Η περιγραφή που έκανε ο Παύλος Κοχλιαρίδης δεν άφησε κανένα περιθώριο παρερμηνείας. Δεν επρόκειτο για ένταση αγώνα, ούτε για μεμονωμένο επεισόδιο. Επρόκειτο για κανονικό «λιντσάρισμα».
Οι σκηνές που εκτυλίχθηκαν παραπέμπουν σε ζούγκλα και όχι σε διεθνή αθλητική διοργάνωση με παγκόσμιο τίτλο. Η ελληνική αποστολή, αποτελούμενη από δύο προπονητές και δύο αθλητές, ταξίδεψε στο Νόβι Παζάρ της Σερβίας για να αγωνιστεί με όρους ευγενούς άμιλλας. Αυτό που συνάντησε, όμως, ήταν οργανωμένο μίσος, εθνική και οπαδική τυφλή βία, και μια κρατική απουσία που σοκάρει.
Το Νόβι Παζάρ, μια περιοχή με μουσουλμανικό, βοσνιακό πληθυσμό, φιλοξενούσε την διοργάνωση. Είναι χαρακτηριστικό ότι μέχρι και την ώρα έναρξης των αγώνων, οι Έλληνες αθλητές αντιμετώπισαν λεκτικές προκλήσεις, γιουχαΐσματα και προσβολές. Ακόμη και σύμβολα, όπως μπλούζα ελληνικής ομάδας, κρεμάστηκαν ανάποδα, σε μια προσπάθεια ταπείνωσης. Παρ’ όλα αυτά, η ελληνική πλευρά επέδειξε ψυχραιμία, αξιοπρέπεια και αθλητικό ήθος. Καμία πρόκληση. Καμία απάντηση. Μόνο σεβασμός.
Ο πρώτος αγώνας ολοκληρώθηκε με διακοπή για λόγους τραυματισμού του Έλληνα αθλητή, απόφαση που πάρθηκε από τον ίδιο τον προπονητή του για λόγους υγείας. Παρά το γεγονός ότι δεν υπήρξε πανηγυρισμός, οι αποδοκιμασίες συνεχίστηκαν.
Στον δεύτερο αγώνα, όμως, η κατάσταση ξέφυγε εντελώς. Ο Έλληνας αθλητής κέρδισε με καθαρό νοκ άουτ στον τρίτο γύρο. Και τότε ξεκίνησε η κόλαση.
Συγγενικό πρόσωπο του ηττημένου αθλητή εισέβαλλε στο ρινγκ και χτύπησε πισώπλατα τον Έλληνα αθλητή, τη στιγμή που εκείνος έκανε υπόκλιση σε ένδειξη σεβασμού. Μέσα σε δευτερόλεπτα πάνω από 100 άτομα, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, όρμησαν στο ρινγκ. Τέσσερις Έλληνες απέναντι σε όχλο. Γροθιές, κλωτσιές, καρέκλες να εκσφενδονίζονται, χτυπήματα στο κεφάλι, στα πλευρά, στο σώμα. Άνθρωποι πεσμένοι στο πάτωμα να δέχονται κλωτσιές, ενώ υπήρξαν αναφορές ακόμη και για μαχαίρι που «εμφανίστηκε» στο χάος.
Η αστυνομία βρισκόταν έξω από τον χώρο. Και όμως, για περίπου τρία λεπτά, τρία λεπτά που υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες «φάνταζαν» αιωνιότητα, δεν επενέβη. Τρία λεπτά που θα μπορούσαν να είχαν αποβεί μοιραία. Τρία λεπτά που θα μπορούσαν να είχαν γράψει «μαύρη σελίδα» με νεκρούς Έλληνες αθλητές στο εξωτερικό. Όταν τελικά οι δυνάμεις ασφαλείας μπήκαν στον χώρο, το κακό είχε ήδη γίνει. Τραυματισμοί, καρούμπαλα, ραγίσματα, σοκ. Από τύχη, και καθαρά από τύχη, δεν θρηνήσαμε θύματα.
Με συνοδεία της αστυνομίας, η ελληνική αποστολή οδηγήθηκε εσπευσμένα στο ξενοδοχείο, μάζεψε τα πράγματά της και αποχώρησε άμεσα από τη χώρα, υπό τον φόβο νέας επίθεσης. Οι άνθρωποι αυτοί δεν πήγαν εκδρομή. Πήγαν να αγωνιστούν για παγκόσμιο τίτλο. Και έφυγαν κυνηγημένοι, τραυματισμένοι και εξοργισμένοι.
Το ερώτημα, όμως, που έθεσε ο Γρηγόρης Σερέτης είναι αμείλικτο: Πού είναι το ελληνικό κράτος; Πού είναι το Υπουργείο Αθλητισμού; Πού είναι ο αρμόδιος υπουργός Γιάννης Βρούτσης; Πώς είναι δυνατόν Έλληνες αθλητές να δέχονται δολοφονική επίθεση σε διεθνή διοργάνωση και να μην έχει εκδοθεί ούτε μία επίσημη ανακοίνωση; Να μην έχει ζητηθεί εξήγηση, μία συγγνώμη, να επιβληθούν κυρώσεις;
Ο διοργανωτής της εκδήλωσης, αντί για απολογία, έκανε λόγο για «μεμονωμένο περιστατικό» και κάλεσε τους εμπλεκόμενους να «κοιτάξουν την καμπούρα τους». Ούτε συγγνώμη. Ούτε ανάληψη ευθύνης. Ούτε απομάκρυνση των υπευθύνων. Αυτό δεν είναι απλώς προκλητικό. Είναι επικίνδυνο. Διότι όταν τέτοια γεγονότα κουκουλώνονται, επαναλαμβάνονται.
Η ελληνική πλευρά δηλώνει αποφασισμένη να κινηθεί νομικά, να καταθέσει μηνύσεις και να φτάσει το θέμα μέχρι τέλους. Όχι για εκδίκηση. Αλλά για δικαιοσύνη. Για να μην ξαναζήσει κανένας Έλληνας αθλητής αυτόν τον εφιάλτη. Για να μην θεωρηθεί φυσιολογικό ότι όποιος κερδίζει, κινδυνεύει να λιντσαριστεί.
Ο αθλητισμός υποτίθεται ότι ενώνει. Ότι διδάσκει σεβασμό, πειθαρχία, αυτοέλεγχο. Αυτό που είδαμε στη Σερβία ήταν το ακριβώς αντίθετο: όχλος, μίσος, ατιμωρησία. Και όταν η βία στρέφεται εναντίον Ελλήνων και το κράτος σιωπά, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο αθλητικό. Είναι εθνικό.
Η υπόθεση αυτή δεν πρέπει να ξεχαστεί. Δεν πρέπει να θαφτεί σε μια υποσημείωση ειδήσεων. Απαιτείται πολιτική αντίδραση, διεθνή καταγγελία, πίεση προς τις αθλητικές ομοσπονδίες, και ξεκάθαρο μήνυμα: οι Έλληνες αθλητές δεν είναι σάκοι του μποξ κανενός. Ούτε εντός, ούτε εκτός συνόρων.
Γιατί την επόμενη φορά, μπορεί να μην μιλάμε απλώς για καρούμπαλα και ραγίσματα. Και τότε, η σιωπή θα είναι συνενοχή.



