Η συζήτηση δεν είχε χαρακτήρα «θεσμικής ευγένειας», αλλά κραυγής αγωνίας. Ο Παναγιώτης Περράκης, με λόγο ωμό και αληθινό, μετέφερε την πραγματική εικόνα από τα μπλόκα, τα λιμάνια και τις θάλασσες: έναν πρωτογενή τομέα που στραγγαλίζεται συστηματικά, χωρίς ουσιαστικό διάλογο και χωρίς πραγματικές λύσεις.
Από τις πρώτες κιόλας τοποθετήσεις του ξεκαθάρισε ότι οι αγρότες και οι αλιείς δεν αρνούνται τον διάλογο, αλλά αρνούνται να γίνουν «διακοσμητικοί κομπάρσοι» σε μια προειλημμένη απόφαση. Όπως τόνισε, η κυβέρνηση επιχείρησε να διασπάσει τους παραγωγούς, βάζοντας στο ίδιο τραπέζι ανθρώπους που βρίσκονται στα μπλόκα με άλλους που δεν συμμετέχουν στον αγώνα, ώστε όταν τα πράγματα δυσκολέψουν, να μπορεί να ισχυριστεί ότι «οι ίδιοι δεν τα βρίσκουν μεταξύ τους».
Η ουσία, όμως, δεν είναι διαδικαστική. Είναι βαθιά πολιτική και εθνική. Γιατί, όπως ειπώθηκε ξεκάθαρα, με τη συμφωνία Mercosur μπαίνει ταφόπλακα στον πρωτογενή τομέα όχι μόνο της Ελλάδας, αλλά ολόκληρης της Ευρώπης. Προϊόντα από τη Λατινική Αμερική, παραγόμενα με φάρμακα και πρακτικές που έχουν απαγορευτεί εδώ και δεκαετίες στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ετοιμάζονται να κατακλύσουν την αγορά, βαφτισμένα «φθηνότερα» και «ανταγωνιστικά».
Το ερώτημα που έθεσε ο κ. Περράκης ήταν απλό και συνάμα τρομακτικό: ποιος εγγυάται ότι αυτά τα προϊόντα θα είναι πράγματι φθηνότερα για τον καταναλωτή; Και, κυρίως, ποιος εγγυάται ότι θα είναι ασφαλή; Η εμπειρία δείχνει πως όταν εξαφανιστεί ο Έλληνας παραγωγός, τότε οι τιμές όχι μόνο δεν πέφτουν, αλλά εκτοξεύονται, ενώ η ποιότητα καταρρέει.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην αλιεία, έναν κλάδο που, όπως σωστά ειπώθηκε, θα έπρεπε να αποτελεί εθνικό πλεονέκτημα. Σε μια χώρα όπου το 72% της επικράτειας είναι θάλασσα, οι επαγγελματίες αλιείς αντιμετωπίζονται σαν πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Ζημιές από δελφίνια και φώκιες, μάστιγα από λαγοκέφαλους, πανάκριβος εξοπλισμός που καταστρέφεται καθημερινά, χωρίς καμία ουσιαστική αποζημίωση.
Ο Περράκης περιέγραψε με αριθμούς τη σκληρή πραγματικότητα: δίχτυα χιλιάδων ευρώ καταστρέφονται σε μια νύχτα, καύσιμα, φόροι, εισφορές και λιμενικά τέλη πνίγουν τον αλιέα, ενώ στο τέλος του μήνα το ταμείο είναι μείον. «Πηγαίνουμε για δουλειά και παίζουμε τζόκερ», είπε χαρακτηριστικά.
Στο ίδιο πλαίσιο τέθηκε και το ζήτημα των θαλάσσιων πάρκων που, χωρίς σχέδιο και χωρίς πρόβλεψη, αποκλείουν τεράστιες αλιευτικές ζώνες, αφήνοντας εκατοντάδες επαγγελματίες χωρίς αντικείμενο. Όχι επειδή προστατεύεται πραγματικά το περιβάλλον, αλλά επειδή λαμβάνονται αποφάσεις από ανθρώπους που δεν έχουν πατήσει ποτέ σε καΐκι.
Η συζήτηση πήγε ακόμη βαθύτερα, αγγίζοντας το θέμα της διατροφικής ασφάλειας. Έντομα, συνθετικά κρέατα, τρόφιμα εργαστηρίου. Όλα παρουσιάζονται ως «λύσεις του μέλλοντος», την ώρα που ο Έλληνας παραγωγός οδηγείται στην εξαφάνιση. «Οι ελίτ θα τρώνε ποιότητα. Ο λαός τι θα τρώει;» ήταν το ερώτημα που έμεινε να αιωρείται βαριά στον αέρα του στούντιο.
Συγκλονιστική ήταν και η προσωπική διάσταση της τοποθέτησης του κ. Περράκη. Πατέρας δύο παιδιών, δήλωσε χωρίς περιστροφές ότι δεν πρόκειται να γυρίσει σπίτι του και να του πουν τα παιδιά του «μας πρόδωσες». Ο αγώνας, όπως είπε, δεν είναι συντεχνιακός. Είναι αγώνας ζωής, αξιοπρέπειας και επιβίωσης.
Ο Γρηγόρης Σερέτης, από την πλευρά του, ανέδειξε με στοχευμένες παρεμβάσεις την υποκρισία ενός συστήματος που μιλά για ανάπτυξη, τουρισμό και ευημερία, την ώρα που καταστρέφει τα δύο θεμέλια της χώρας: τον πρωτογενή τομέα και τη διατροφική αυτάρκεια. Τι τουρισμό θα έχουμε, όταν δεν θα μπορούμε να προσφέρουμε ούτε ψάρι, ούτε κρέας, ούτε ελληνικά λαχανικά;
Το συμπέρασμα της εκπομπής ήταν σαφές και αδιαπραγμάτευτο: αν χαθεί ο Έλληνας αγρότης, ο Έλληνας κτηνοτρόφος και ο Έλληνας αλιέας, χάνεται η Ελλάδα. Χάνεται η ποιότητα, η υγεία, η εθνική ανεξαρτησία. Και τότε, όσα χρήματα κι αν υπάρχουν, δεν θα έχουν καμία αξία.
Ο αγώνας συνεχίζεται. Και, όπως ειπώθηκε, μόνο ενωμένοι, χωρίς κομματικές ταμπέλες και χωρίς φόβο, μπορούν οι Έλληνες να υπερασπιστούν το αυτονόητο: το δικαίωμά τους να παράγουν και να τρώνε καθαρά, ποιοτικά, ελληνικά τρόφιμα.



