Στην εκπομπή του Γρηγόρη Σερέτη «Κόντρα στο Σύστημα» στον Focus FM 103,6 και ΜΑΧΗ FM 99,8 – τα μόνα πατριωτικά ραδιόφωνα – βρέθηκε σήμερα καλεσμένος ο Χρήστος Κωνσταντινίδης, συγγενής θύματος του εγκλήματος των Τεμπών, και μίλησε για την πορεία της υπόθεσης, τις ευθύνες της Δικαιοσύνης, τις μηνύσεις κατά επίορκων λειτουργών και το πραγματικό διακύβευμα: αν η Ελλάδα παραμένει κράτος δικαίου ή όχι.
Με λόγο αιχμηρό, νομικά τεκμηριωμένο και μακριά από εύκολες πολιτικές ταμπέλες, ο Χρήστος Κωνσταντινίδης ξεκαθάρισε από την αρχή ότι το έγκλημα των Τεμπών δεν μπορεί και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια προσωποκεντρική υπόθεση ή ως όχημα πολιτικής καριέρας. Αντιθέτως, πρόκειται, όπως τόνισε, για μια συστημική κατάρρευση θεσμών, με βαρύτατες ποινικές ευθύνες που αγγίζουν την εκτελεστική εξουσία, τη Δικαιοσύνη και όσους συγκάλυψαν ή ανέχθηκαν εγκληματικές παραλείψεις.
Ο ίδιος υπογράμμισε ότι ο ελληνικός λαός οφείλει να πάψει να λειτουργεί ως «παθητικός λαός» και να μετατραπεί σε ενεργούς πολίτες, που διεκδικούν δικαιοσύνη με τα εργαλεία που προβλέπει το Σύνταγμα: μηνύσεις, καταγγελίες, ποινικές διώξεις κατά όσων πράττουν ή συγκαλύπτουν αδικήματα. «Κανένα κόμμα, καμία πλατεία και κανένα κοινοβούλιο δεν μπορεί να στείλει από μόνο του κάποιον στο εδώλιο», τόνισε χαρακτηριστικά. «Αυτό είναι αποκλειστική αρμοδιότητα της Δικαιοσύνης και εκεί ακριβώς εντοπίζεται το πρόβλημα».
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο άρθρο 86 του Συντάγματος, το οποίο, όπως εξήγησε, έχει εσκεμμένα παρερμηνευτεί ώστε να λειτουργεί ως ασπίδα ατιμωρησίας. Ξεκαθάρισε πως το άρθρο αυτό δεν καλύπτει κακουργηματικές πράξεις, ούτε ανθρωποκτονία, ούτε κακουργηματική απιστία, ούτε εγκλήματα που συνδέονται με δημόσιες συμβάσεις. Υπενθύμισε δε, ότι ιστορικά πολιτικά πρόσωπα οδηγήθηκαν στην τακτική Δικαιοσύνη, χωρίς καμία ασυλία, όταν αποδείχθηκε κατάχρηση δημοσίου χρήματος.
Στο επίκεντρο της τοποθέτησής του βρέθηκε η ευθύνη της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, την οποία κατηγόρησε ευθέως για αδράνεια, κακοδικία και συγκάλυψη. Όπως σημείωσε, οι δικαστικοί λειτουργοί δεν διαθέτουν καμία ασυλία όταν παραβιάζουν τον νόμο ή παραλείπουν σκοπίμως να πράξουν το καθήκον τους. Αντιθέτως, ο κάθε πολίτης έχει έννομο συμφέρον να τους καταγγείλει και να τους μηνύσει κάτι που, όπως αποκάλυψε, έχει ήδη γίνει σε δεκάδες περιπτώσεις.
Ο κ. Κωνσταντινίδης αναφέρθηκε εκτενώς στις μηνύσεις που έχουν κατατεθεί για τη σύμβαση 635 και τη σύμβαση 717, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για υποθέσεις κακουργηματικής απιστίας που δεν εμπίπτουν στο άρθρο 86. Τόνισε ότι έχουν σχηματιστεί δικογραφίες, ότι εμπλέκονται εννέα πρώην υπουργοί και πως όταν ολοκληρωθούν οι προκαταρκτικές έρευνες, ο νόμος επιβάλλει συλλήψεις και παραπομπές, ανεξαρτήτως πολιτικής ιδιότητας.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε και στο σκέλος της συγκάλυψης μετά την τραγωδία, κάνοντας λόγο για δεύτερο και βαρύτερο έγκλημα από το ίδιο το δυστύχημα. Σύμφωνα με όσα ανέφερε, υπάρχουν σοβαρότατα στοιχεία για ψευδείς πραγματογνωμοσύνες, αλλοιώσεις δεδομένων, απόκρυψη βιντεοληπτικού υλικού και μη κλήτευση αυτοπτών μαρτύρων. Όλα αυτά, όπως είπε, δεν είναι τυχαία αλλά εντάσσονται σε μια μεθοδευμένη προσπάθεια να οδηγηθεί η υπόθεση σε «τυφλή ακροαματική διαδικασία» με ελάχιστες ποινές και περιορισμένο αριθμό κατηγορουμένων.
Στο ζήτημα της ασφάλειας των σιδηροδρόμων, ο κ. Κωνσταντινίδης ήταν κατηγορηματικός: «Σήμερα γνωρίζουν ότι ο σιδηρόδρομος είναι ακατάλληλος και παρ’ όλα αυτά λειτουργεί. Αυτό συνιστά έκθεση σε κίνδυνο και ενδεχόμενο δόλο». Εξέφρασε μάλιστα την απορία γιατί, ενώ υπάρχουν αυτές οι διαπιστώσεις, δεν έχουν κινηθεί αυτόφωρες διαδικασίες από την Εισαγγελία.
Απαντώντας στο ερώτημα αν η λύση μπορεί να έρθει μέσα από την πολιτική, ξεκαθάρισε ότι η Δικαιοσύνη δεν εξυγιαίνεται με εκλογικά σενάρια, αλλά μόνο με μαζικές, τεκμηριωμένες και θεσμικές κινήσεις πολιτών. «Αν 60.000 Έλληνες υπέγραφαν ένα δικόγραφο, κανένας εισαγγελέας δεν θα μπορούσε να το βάλει στο συρτάρι», σημείωσε με νόημα.
Κλείνοντας, τόνισε ότι ο αγώνας των συγγενών δεν γίνεται για δόξα, χρήματα ή πολιτική προβολή. «Τίποτα δεν αντικαθιστά τον άνθρωπό σου», είπε χαρακτηριστικά. «Ο αγώνας είναι συλλογικός, αφορά όλη την κοινωνία και θα συνεχιστεί μέχρι να τιμωρηθούν όλοι όσοι ευθύνονται όχι μόνο για το δυστύχημα, αλλά και για τη συγκάλυψή του».
Όπως κατέληξε, το έγκλημα των Τεμπών δεν θα ξεχαστεί, δεν θα παραγραφεί και δεν θα «κουκουλωθεί». Όχι γιατί το θέλουν πρόσωπα ή κόμματα, αλλά γιατί, όπως είπε, έτσι επιβάλλει η αλήθεια, το Σύνταγμα και η συνείδηση μιας κοινωνίας που αρνείται να ζήσει μόνιμα στο ψέμα.



