Η συζήτηση ξεκίνησε με μια προειδοποίηση που δεν αφήνει περιθώρια εφησυχασμού. Όπως τόνισε ο Κωνσταντίνος Κάλλης, βρισκόμαστε λίγες ώρες πριν από μια μεγάλη γεωπολιτική ανατροπή, με επίκεντρο το Ιράν και με αλυσιδωτές επιπτώσεις σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο. Η επέμβαση στο Ιράν, σύμφωνα με την ανάλυσή του, δεν είναι ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά εντάσσεται σε έναν ευρύτερο σχεδιασμό που περιλαμβάνει τον κατακερματισμό της χώρας και την ταυτόχρονη ενεργοποίηση του κουρδικού ζητήματος.
Το Ιράν, όπως υπογράμμισε, δεν αποτελεί ένα ομοιογενές κράτος. Στο εσωτερικό του συνυπάρχουν διαφορετικές εθνοτικές και φυλετικές ομάδες, Πέρσες, Αζέροι, Κούρδοι, Άραβες και άλλοι πληθυσμοί, γεγονός που κατά την άποψή του, καθιστά τη συνοχή του εύθραυστη σε συνθήκες εξωτερικής πίεσης. Η παρουσίαση σχεδίων για τον διαμελισμό του Ιράν σε ισραηλινά μέσα ενημέρωσης, όπως επισήμανε, δεν είναι τυχαία. Αντιθέτως, αποτελεί ένδειξη ότι οι μεγάλες δυνάμεις έχουν ήδη αποφασίσει τη νέα γεωπολιτική αρχιτεκτονική της περιοχής.
Κεντρικός άξονας αυτής της αναδιάταξης είναι η ίδρυση ενός ανεξάρτητου Κουρδιστάν, το οποίο δεν θα περιορίζεται στα σημερινά αυτόνομα κουρδικά εδάφη, αλλά θα εκτείνεται σε περιοχές της βόρειας Συρίας, του Ιράκ και του Ιράν. Η προοπτική αυτή, όπως αναλύθηκε, λειτουργεί αποσταθεροποιητικά για την Τουρκία, η οποία βλέπει να απειλείται ευθέως η εδαφική της ακεραιότητα. «Η Τουρκία καίγεται», τόνισε χαρακτηριστικά ο κ. Κάλλης, σημειώνοντας ότι η απώλεια αξιοπιστίας της απέναντι στις μεγάλες δυνάμεις την καθιστά ευάλωτη.
Σε αυτό το σημείο, η συζήτηση πήρε σαφή εθνική διάσταση. Ο Γρηγόρης Σερέτης έθεσε το ερώτημα που απασχολεί κάθε σκεπτόμενο Έλληνα: τι σημαίνουν όλα αυτά για την Ελλάδα; Η απάντηση του Κωνσταντίνου Κάλλη ήταν ξεκάθαρη και αιχμηρή. Η χώρα μας, όπως είπε, βρίσκεται δεμένη στο «βυθιζόμενο πλοίο» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την ώρα που τα πραγματικά κρίσιμα γεγονότα εξελίσσονται στην άμεση γεωπολιτική μας γειτονιά. Η ενασχόληση με δευτερεύοντα ζητήματα, όπως υποστήριξε, αποσπά την προσοχή από τις εξελίξεις που θα καθορίσουν το μέλλον μας.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στη στάση των Βρυξελλών απέναντι στην Ελλάδα. Οι επιθέσεις σε ελληνικά πλοία, η σιωπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η γενικότερη απουσία ουσιαστικής στήριξης καταδεικνύουν, κατά τον κ. Κάλλη, ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να βασίζεται σε έναν μηχανισμό που έχει πάψει να λειτουργεί προς όφελός της. Η Ευρώπη, όπως είπε, έχει τελειώσει ενεργειακά, βιομηχανικά και κοινωνικά, και η διάλυσή της δεν είναι ζήτημα αν, αλλά πότε.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα καλείται να πάρει αποφάσεις. Όχι ως ουραγός ή ως επαίτης, αλλά ως διεκδικητής. Ο κ. Κάλλης υποστήριξε ότι η γεωγραφική θέση και το ιστορικό βάρος της χώρας μας, της επιτρέπουν και της επιβάλλουν να παίξει ηγετικό ρόλο. Αναφέρθηκε μάλιστα στο ενδεχόμενο ανακατανομής ισχύος στην περιοχή των Στενών, υποστηρίζοντας ότι σε μια μετα-τουρκική εποχή η Ελλάδα θα μπορούσε να αναλάβει ρόλο «κλειδί» στη διαχείρισή τους.
Η ανάλυση επεκτάθηκε και στο παγκόσμιο επίπεδο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και η Ρωσία, σύμφωνα με τον κ. Κάλλη, αποτελούν τους βασικούς παίκτες της νέας εποχής. Η Ελλάδα, τόνισε, οφείλει να συνομιλεί απευθείας με αυτούς τους πόλους ισχύος, παρακάμπτοντας ενδιάμεσους μηχανισμούς που λειτουργούν εις βάρος της. «Δεν μπορείς να ζητάς χάρη από τον λοχία όταν έχεις πρόσβαση στον ταγματάρχη», είπε χαρακτηριστικά.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε και στο ζήτημα της παραγωγικής ανασυγκρότησης και του δημογραφικού. Η Ελλάδα, όπως επισημάνθηκε, έχει υποστεί τεράστια πληθυσμιακή αιμορραγία και ερήμωση της υπαίθρου, αποτέλεσμα πολιτικών που επιβλήθηκαν στο πλαίσιο ευρωπαϊκών δεσμεύσεων. Ωστόσο, η χώρα διαθέτει μοναδικά πλεονεκτήματα: γεωγραφία, κλίμα, πολυνησία και δυνατότητες αγροτοδιατροφικής αυτάρκειας. Με πολιτική βούληση, υποστήριξε ο κ. Κάλλης, η ανασυγκρότηση μπορεί να γίνει σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Η συζήτηση έκλεισε με την επιστροφή στο αρχικό θέμα: το Ιράν. Ο καλεσμένος επανέλαβε ότι η έναρξη της επέμβασης είναι θέμα ωρών και ότι οι εξελίξεις θα είναι καταιγιστικές. Για την Ελλάδα, όπως τόνισε, κάθε κρίση αποτελεί και μια ευκαιρία. Το ζητούμενο είναι αν θα σταθεί όρθια και θα διεκδικήσει τον ρόλο που της αναλογεί ή αν θα ακολουθήσει, για ακόμη μια φορά, τις αποφάσεις άλλων.
Το μήνυμα ήταν σαφές και αισιόδοξο: η Ελλάδα δεν είναι καταδικασμένη να παραμένει στο περιθώριο. Αρκεί να το πιστέψει, να το διεκδικήσει και να πάψει να φοβάται.



