Το έγκλημα έγινε τον Σεπτέμβριο του 2024, αλλά αποκαλύφθηκε 5 μήνες αργότερα, όταν η 35χρονη υπέδειξε το σημείο ταφής του συντρόφου της.
Στο διάστημα που προηγήθηκε της αποκάλυψης του εγκλήματος η ίδια υποστήριζε ότι δεν είχε σχέση με την εξαφάνισή του, την οποία είχε δηλώσει η ίδια στην Αστυνομία, μέχρι που τον Φεβρουάριο του επόμενου έτους κλήθηκε να δώσει μία ακόμη κατάθεση στις Αρχές και τότες υπέπεσε σε αντιφάσεις που άνοιξαν το δρόμο για την αποκάλυψη της αλήθειας.
Στην απολογία στο Δικαστήριο, η 35χρονη ισχυρίστηκε ότι δεν είχε ανθρωποκτόνο δόλο, αναφέροντας ότι όλα έγιναν πάνω σε καβγά. Η υπεράσπισή της ισχυρίστηκε ότι ο θάνατος ήταν αποτέλεσμα σωματικής βλάβης από αμέλεια και παράληλλα ζήτησε να κριθεί η κατηγορούμενη με μειωμένο καταλογισμό λόγω χρόνιας χρήσης ουσιών.
Οι δικαστές ωστόσο απέρριψαν τους ισχυρισμούς της και δεχόμενοι την εισαγγελική πρόταση, την έκριναν ένοχη για ανθρωποκτονία με δόλο σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, χωρίς αναγνώριση ελαφρυντικών.



