«Ολα τα στοιχεία για την υπόθεση Κολωνού με την 12χρονη» : Γρηγόρης Σερέτης, Απόστολος Λύτρας

Στην εκπομπή του Γρηγόρη Σερέτη «Κόντρα στο Σύστημα» στον Focus FM 103,6 και ΜΑΧΗ FM 99,8 – τα μόνα πατριωτικά ραδιόφωνα – βρέθηκε σήμερα καλεσμένος ο Απόστολος Λύτρας, ποινικολόγος και δικηγόρος της μητέρας και της ανήλικης στην υπόθεση του Κολωνού, και μίλησε χωρίς περιστροφές για το έγκλημα που αποκάλυψε τη σκοτεινή πλευρά της ελληνικής κοινωνίας και τα κενά της Δικαιοσύνης.

focusfm.gr
20 Ιανουαρίου 2026, 19:22

Η υπόθεση του Κολωνού δεν είναι απλώς μια ποινική δικογραφία. Είναι ένα κατηγορητήριο απέναντι σε ένα σύστημα που άργησε, δίστασε, και σε κρίσιμες στιγμές, φάνηκε απρόθυμο να δει κατάματα την αλήθεια. Ένα παιδί 12 ετών βρέθηκε παγιδευμένο σε κύκλωμα κακοποίησης, βιασμού και μαστροπείας, με βασικό κατηγορούμενο τον Ηλία Μίχο, ο οποίος καταδικάστηκε σε πρώτο βαθμό σε ισόβια κάθειρξη και επιπλέον 27 χρόνια. Όμως, όπως ξεκαθαρίστηκε στην εκπομπή, η καταδίκη ενός προσώπου δεν αρκεί για να κλείσει μια υπόθεση με τόσες σκιές.

Ο Απόστολος Λύτρας περιέγραψε πώς ξεκίνησε η αποκάλυψη: η μητέρα της ανήλικης, μόλις αντιλήφθηκε το μέγεθος της φρίκης, απευθύνθηκε άμεσα στις Αρχές. Αντί όμως να βρει την άμεση ανταπόκριση που θα περίμενε κανείς σε μια τόσο σοβαρή καταγγελία, αντιμετώπισε καθυστερήσεις και υπεκφυγές. Το Αστυνομικό Τμήμα Κολωνού δεν προχώρησε αμέσως, γεγονός που ανάγκασε τη γυναίκα να απευθυνθεί στη ΓΑΔΑ. Εκεί ξεκίνησε ουσιαστικά η έρευνα, αποδεικνύοντας ότι σε κρίσιμες υποθέσεις η επιμονή των θυμάτων είναι αυτή που κινεί τον μηχανισμό του κράτους.

Από τη δικογραφία προέκυψε ένα στοιχείο που συγκλονίζει: τουλάχιστον 213 άτομα είχαν επικοινωνήσει με την ανήλικη μέσω τηλεφωνικών κλήσεων και εφαρμογών. Μόνο όσοι αποδείχθηκε ότι γνώριζαν την ηλικία της και συνευρέθηκαν μαζί της παραπέμφθηκαν και καταδικάστηκαν. Οι υπόλοιποι έμειναν εκτός ποινικής δίωξης, επικαλούμενοι άγνοια. Ένα νομικό κενό που, όπως τόνισε ο Λύτρας, αφήνει ανοιχτό τον δρόμο σε παιδοκακοποιητές να κρύβονται πίσω από τεχνικές λεπτομέρειες.

Ο Γρηγόρης Σερέτης έθεσε ευθέως το ερώτημα που απασχολεί την κοινωνία: πώς είναι δυνατόν να μιλάμε για «άγνοια» όταν πρόκειται για ένα παιδί; Και γιατί η Πολιτεία δεν έχει θεσπίσει σαφείς κανόνες που να καθιστούν ποινικά κολάσιμη κάθε μορφή σεξουαλικής προσέγγισης ανηλίκου, ακόμη και μέσω τηλεφώνου ή διαδικτύου; Η απάντηση είναι σκληρή αλλά αληθινή: γιατί η νομοθεσία υστερεί και προσαρμόζεται πάντα εκ των υστέρων, αφού πρώτα έχει γίνει το κακό.

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στις απειλές που δέχθηκε το παιδί και η οικογένειά του. Άγνωστοι εμφανίστηκαν έξω από το σπίτι, με χειρονομίες και κινήσεις εκφοβισμού, ενώ υπήρξαν και καταγεγραμμένες απειλές προς τον αδελφό της ανήλικης, ο οποίος επίσης βρέθηκε στο στόχαστρο. Παρά ταύτα, η προστασία που παρείχε το κράτος ήταν αποσπασματική. Η ψυχολογική υποστήριξη περιορίστηκε σε μία ώρα την εβδομάδα, με το παιδί να αναγκάζεται να διανύει δεκάδες χιλιόμετρα. Μια αντιμετώπιση που δείχνει πόσο ανέτοιμος είναι ο κρατικός μηχανισμός να στηρίξει ουσιαστικά τα θύματα.

Η συζήτηση άνοιξε και το κεφάλαιο των πιθανών πολιτικών και θεσμικών διασυνδέσεων του βασικού κατηγορούμενου. Φωτογραφίες με πολιτικά πρόσωπα, δημόσιες εμφανίσεις και σχέσεις με τοπικούς παράγοντες γεννούν ερωτήματα. Ο Λύτρας ξεκαθάρισε ότι όλα τα σχετικά στοιχεία κατατέθηκαν στη Δικαιοσύνη, χωρίς ωστόσο μέχρι στιγμής να προκύψουν διώξεις για συγκεκριμένα πρόσωπα. Το ερώτημα παραμένει: ερευνήθηκαν σε βάθος όλες οι πτυχές ή κάποιοι προστατεύθηκαν από τη σιωπή;

Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι χώροι που φέρονται να συνδέονται με την εκμετάλλευση της ανήλικης εξακολουθούν να λειτουργούν. Παρά τις καταθέσεις και τις μαρτυρίες, δεν υπήρξε το αυτονόητο: άμεσο κλείσιμο και πλήρης διερεύνηση. Αυτό το στοιχείο ενισχύει την αίσθηση ότι το κύκλωμα δεν περιοριζόταν σε ένα πρόσωπο, αλλά είχε ευρύτερες διασυνδέσεις.

Η μητέρα της ανήλικης αποτελεί ίσως το πιο τραγικό πρόσωπο της υπόθεσης. Η γυναίκα που αποκάλυψε το έγκλημα βρέθηκε κατηγορούμενη, προφυλακίστηκε για 18 μήνες και τελικά αθωώθηκε. Παρ’ όλα αυτά, η άσκηση έφεσης στην αθωωτική απόφαση προκαλεί εύλογη αγανάκτηση. Πώς γίνεται το θύμα να μετατρέπεται σε κατηγορούμενο; Και ποιο μήνυμα στέλνει αυτό σε άλλους γονείς που ενδεχομένως φοβούνται να μιλήσουν;

Το συμπέρασμα που προκύπτει από τη συζήτηση είναι αμείλικτο: η υπόθεση Κολωνού δεν είναι απλώς μια ιστορία φρίκης, αλλά ένας καθρέφτης των αδυναμιών του κράτους. Αν δεν υπάρξουν θεσμικές αλλαγές, αυστηρότερη νομοθεσία και πραγματική προστασία των ανηλίκων, παρόμοια εγκλήματα θα συνεχίσουν να συμβαίνουν στο σκοτάδι.

Το Εφετείο που ξεκινά αποτελεί μια δεύτερη ευκαιρία. Όχι μόνο για την επιβεβαίωση των ποινών, αλλά για να σταλεί ένα ξεκάθαρο μήνυμα: ότι τα παιδιά αυτής της χώρας δεν είναι αναλώσιμα και ότι κανένα κύκλωμα, όσο καλά δικτυωμένο κι αν είναι, δεν μπορεί να σταθεί πάνω από τη Δικαιοσύνη. Γιατί αν αυτή η υπόθεση δεν γίνει αφετηρία κάθαρσης, τότε θα μιλάμε για συλλογική αποτυχία.

Το άρθρο βασίζεται στο πλήρες περιεχόμενο της συνέντευξης και στη σχετική δικογραφία.