Το ερώτημα δεν είναι θεωρητικό. Δεν είναι φιλολογικό. Δεν είναι «άποψη». Είναι η καρδιά της αλήθειας. Και η απάντηση που δόθηκε στον αέρα ήταν αποκαλυπτική και συνάμα ενοχλητική για όσους βιάστηκαν, ή φρόντισαν, να κλείσει η συζήτηση με τη λέξη «διαγράφηκαν».
Ο Βασίλης Ζωγράφος ξεκαθάρισε από την πρώτη στιγμή κάτι που οφείλει να γνωρίζει κάθε πολίτης: η απλή διαγραφή ψηφιακών αρχείων δεν σημαίνει εξαφάνιση των δεδομένων. Στα περισσότερα ψηφιακά συστήματα, όταν ένα αρχείο “σβήνεται”, στην πραγματικότητα αφαιρούνται μόνο οι δείκτες που δείχνουν πού βρίσκονται τα κομμάτια του. Το περιεχόμενο παραμένει εκεί μέχρι να γίνει κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο και πολύ πιο ύποπτο: η μόνιμη, εσκεμμένη καταστροφή του.
Με απλά λόγια, για να χαθεί οριστικά ένα βίντεο απαιτείται ειδική διαδικασία επανεγγραφής των δεδομένων. Δεν συμβαίνει κατά λάθος. Δεν συμβαίνει από «σφάλμα συστήματος». Συμβαίνει μόνο όταν κάποιος το θέλει.
Και εδώ ξεκινά το πραγματικό πρόβλημα.
Από τη στιγμή που υπήρξε υπόνοια διαγραφής κρίσιμου οπτικοακουστικού υλικού, ολόκληρος ο υλικοτεχνικός εξοπλισμός, καταγραφικά, σκληροί δίσκοι, servers, όφειλε να κατασχεθεί άμεσα και να οδηγηθεί σε εξειδικευμένο εργαστήριο ψηφιακής εγκληματολογίας. Όχι μετά από μήνες. Όχι μετά από χρόνια. Άμεσα.
Αυτό δεν έγινε. Και όταν δεν γίνεται, όπως τόνισε ο τεχνικός σύμβουλος, ανοίγει διάπλατα ο δρόμος για παραποίηση, αλλοίωση και απώλεια της αλήθειας. Γιατί στον ψηφιακό κόσμο, ο χρόνος δεν είναι ουδέτερος. Κάθε καθυστέρηση λειτουργεί υπέρ εκείνου που θέλει να κρύψει.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και κάτι ακόμη που ειπώθηκε καθαρά: τα καταγραφικά συστήματα, ειδικά σε κρατικές υποδομές, δεν είναι προσβάσιμα από τον οποιονδήποτε. Υπάρχουν ρόλοι, δικαιώματα, επίπεδα πρόσβασης. Δεν μπαίνει «ένας υπάλληλος» και σβήνει κατά βούληση υλικό. Αν συνέβη διαγραφή, τότε είτε υπήρξε εσωτερική πρόσβαση με δικαιώματα, είτε σοβαρό κενό ασφάλειας που επίσης συνιστά εγκληματική αμέλεια.
Και εδώ τίθεται το μεγάλο, αμείλικτο ερώτημα: ποιος είχε την ευθύνη της φύλαξης, της διαχείρισης και της ακεραιότητας αυτών των δεδομένων;
Ο Ζωγράφος ήταν σαφής: χωρίς πρωτογενές υλικό, κανένα αντίγραφο δεν μπορεί να σταθεί σε δικαστήριο. Δεν μπορεί να πιστοποιηθεί η ημερομηνία, η ώρα, η αυθεντικότητα. Δεν μπορεί να αποδειχθεί αν το βίντεο είναι αυτούσιο ή αν έχει παραχθεί, αντιγραφεί ή αλλοιωθεί σε μεταγενέστερο χρόνο. Ό,τι κυκλοφορεί χωρίς το πρωτογενές υλικό είναι, νομικά και επιστημονικά, άκυρο.
Κι όμως, βίντεο εμφανίστηκαν. Χρόνια μετά. Με αλλαγμένες ημερομηνίες. Με ανεξήγητες διαδρομές. Με αρχεία που «ξεφύτρωσαν» χωρίς καταγεγραμμένη αντιγραφή. Και το πιο ανησυχητικό: χωρίς να έχει προηγηθεί πλήρης, διαφανής και επαναληπτική ψηφιακή δικανική ανάλυση παρουσία όλων των τεχνικών συμβούλων.
Ο τεχνικός σύμβουλος μίλησε ακόμη για καταγεγραμμένα logs, για πολλαπλές προσβάσεις στο σύστημα, για διαγραφές σε χρονικές στιγμές που δεν δικαιολογούνται, ακόμη και για χρήση εξωτερικών αποθηκευτικών νεφών που δεν θα έπρεπε να χρησιμοποιούνται σε τέτοιας κρισιμότητας υποθέσεις. Όλα αυτά δεν είναι λεπτομέρειες. Είναι ίχνη. Και τα ίχνη, όταν δεν ερευνώνται, δεν εξαφανίζονται. Βαραίνουν.
Ιδιαίτερη μνεία έγινε και στη στάση μέρους των ΜΜΕ. Η δημοσιοποίηση υλικού χωρίς επαλήθευση πηγής και αυθεντικότητας δεν είναι «ενημέρωση». Είναι παραβίαση της δικαστικής έρευνας. Υπάρχουν συγκεκριμένα άρθρα του Ποινικού Κώδικα που μιλούν για προσβολή απορρήτου, για διασπορά μη επιβεβαιωμένου αποδεικτικού υλικού, για ευθύνες που δεν σβήνονται με ένα «δεν ήξερα».
Η εκπομπή δεν χάιδεψε αυτιά. Δεν υιοθέτησε θεωρίες. Αντίθετα, κατήγγειλε ξεκάθαρα την εργαλειοποίηση του εγκλήματος των Τεμπών από ανθρώπους που, χωρίς επιστημονική ιδιότητα, πέταξαν στον δημόσιο λόγο ανοησίες, προκαλώντας σύγχυση και τελικά ζημιά στην ίδια την αναζήτηση της αλήθειας.
Γιατί η αλήθεια δεν έρχεται με κραυγές. Έρχεται με στοιχεία. Και τα στοιχεία, εδώ, κάποιοι φρόντισαν να τα «διαγράψουν» ή τουλάχιστον έτσι μας είπαν.
Το ερώτημα, όμως, παραμένει ανοιχτό και πλέον δεν αφορά μόνο τα Τέμπη. Αφορά το κράτος δικαίου, τη θεσμική σοβαρότητα και το αν αυτή η χώρα θέλει πραγματικά να μάθει τι συνέβη ή απλώς να μάθει να ξεχνά.
Και όσο δεν δίνεται απάντηση στο ποιος, πότε και πώς άφησε να χαθεί, ή φρόντισε να χαθεί, το πρωτογενές ψηφιακό υλικό, καμία λέξη “διαγράφηκε” δεν μπορεί να θεωρηθεί τελεσίδικη.



