Η συζήτηση που εκτυλίχθηκε στον αέρα δεν άφησε κανένα περιθώριο παρερμηνειών. Το έγκλημα των Τεμπών δεν αποτελεί απλώς μια «τραγωδία» ή ένα «ατύχημα», αλλά όπως τεκμηριώνεται καθημερινά, έναν μηχανισμό συγκάλυψης με θεσμική κάλυψη, πολιτικές πλάτες και δικαστική ανοχή. Οι αποκαλύψεις που έρχονται στο φως προκαλούν όχι μόνο οργή, αλλά και ένα θεμελιώδες ερώτημα: ποιοι και γιατί φρόντισαν ώστε η αλήθεια να μη φτάσει ποτέ ακέραιη στο εδώλιο;
Ο Χρήστος Κωνσταντινίδης μίλησε ξεκάθαρα για συστηματική απόκρυψη και διαγραφή βιντεοληπτικού υλικού, για ένα «μπαλάκι ευθυνών» ανάμεσα σε ΟΣΕ και ιδιωτικές εταιρείες, και για την απουσία κρίσιμων καταγραφών από τη διαδρομή της μοιραίας εμπορικής αμαξοστοιχίας. Ενώ σε άλλες περιπτώσεις υλικό έχει βρεθεί και ενσωματωθεί στη δικογραφία, εδώ, τυχαία ή όχι, λείπουν τα πάντα από τα σημεία που θα μπορούσαν να αποδείξουν το πραγματικό φορτίο και τις συνθήκες της σύγκρουσης.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στα χαμένα βίντεο και ηχητικά, τα οποία όπως τόνισε, δεν εξαφανίζονται απλώς. Τα ψηφιακά ίχνη μπορούν να ανακτηθούν, εφόσον υπάρξει βούληση. Όμως η βούληση αυτή δεν υπήρξε ποτέ. Ούτε από την Ελληνική Αστυνομία, ούτε από την Πυροσβεστική, ούτε από τη Δικαιοσύνη. Αντιθέτως, όλα δείχνουν ότι υπήρξε εσκεμμένη αδράνεια, ώστε τα στοιχεία να μην επανέλθουν ποτέ στο φως.
Ο Γρηγόρης Σερέτης έθεσε το ζήτημα εκεί που πονάει περισσότερο: στον ρόλο των θεσμών. Όταν οι αγρότες διώκονται για «διατάραξη συγκοινωνιών», αλλά όσοι παρέδωσαν έναν δολοφονικό σιδηρόδρομο παραμένουν στο απυρόβλητο, τότε δεν μιλάμε για κράτος δικαίου. Μιλάμε για επιλεκτική εφαρμογή του νόμου, για ένα σύστημα που προστατεύει τους ισχυρούς και εξοντώνει τους αδύναμους.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στον ρόλο του Ειδικού Εφέτη Ανακριτή, τον οποίο ο Κωνσταντινίδης κατονόμασε ως «άνθρωπο-κλειδί» της υπόθεσης. Έναν δικαστικό λειτουργό που, αντί να συλλέξει και να αξιοποιήσει όλα τα στοιχεία, φέρεται σύμφωνα με τις καταγγελίες, να κρατά κρίσιμο υλικό εκτός δικογραφίας, δημιουργώντας κατηγορητήρια «κατά το δοκούν» και απαλλάσσοντας συγκεκριμένα πρόσωπα.
Η συζήτηση επεκτάθηκε και στις πραγματογνωμοσύνες « πυροτεχνήματα», όπως χαρακτηρίστηκαν. Απόπειρες αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης με αναφορές σε καθίσματα και υφάσματα, την ώρα που τα ίδια τα βίντεο της πυρόσφαιρας καταρρίπτουν κάθε τέτοιο αφήγημα. Όπως ειπώθηκε, αν δεν υπήρχαν αυτά τα δύο βίντεο, σήμερα ολόκληρη η κοινωνία θα είχε βαφτιστεί «συνωμοσιολογική».
Επί τάπητος τέθηκε και το θέμα των εκταφών, τις οποίες ο Κωνσταντινίδης χαρακτήρισε «πονηρή μεθόδευση». Όχι για να αποκαλυφθεί η αλήθεια, αλλά για να ελεγχθεί η διαδικασία, να ροκανιστεί ο χρόνος και τελικά να βεβηλωθούν κρίσιμα στοιχεία. Όταν τα πανεπιστήμια και οι ιατροδικαστές επιλέγονται με κριτήριο την «ασφάλεια» του αποτελέσματος και όχι την επιστημονική αλήθεια, τότε το αποτέλεσμα είναι προδιαγεγραμμένο.
Ιδιαίτερη ανησυχία εκφράστηκε και για τον κίνδυνο παραγραφών, ειδικά στα πλημμελήματα. Ο διαχωρισμός δικογραφιών, οι αναβολές και οι χαμηλές ποινικές αναβαθμίσεις γεννούν εύλογες υποψίες ότι κάποιοι παίζουν συνειδητά με τον χρόνο. Όχι για να αποδοθεί δικαιοσύνη, αλλά για να κλείσουν υποθέσεις χωρίς ουσιαστικές συνέπειες.
Στο πολιτικό σκέλος, η συζήτηση είχε ξεκάθαρη και σαφέστατη εξέλιξη. Η ευθύνη, όπως ειπώθηκε, δεν σταματά σε σταθμάρχες και υπηρεσιακούς. Αγγίζει το επιτελικό κράτος, υπουργούς, γενικούς γραμματείς και, τελικά, την ίδια την κορυφή της εκτελεστικής εξουσίας. Το αφήγημα της «ατομικής ευθύνης» καταρρέει μπροστά σε μια υπόθεση που «μυρίζει» δομημένη εγκληματική οργάνωση.
Το μήνυμα προς την κοινωνία ήταν σαφές: δεν αρκεί να «φύγει μια κυβέρνηση». Το ζητούμενο είναι η τιμωρία όσων διέπραξαν αδικήματα. Καμία πλατεία, κανένα κόμμα και κανένα Κοινοβούλιο δεν φυλακίζει από μόνο του ενόχους. Αυτό που μπορεί να το πετύχει είναι η ενότητα, η επιμονή και η απαίτηση εφαρμογής του νόμου χωρίς εξαιρέσεις.
Η εκπομπή έκλεισε με μια φράση που συνοψίζει όλη την υπόθεση: Η αλήθεια, όσο και αν την καθυστερούν, δεν μπορεί να θαφτεί για πάντα.
Και όσο υπάρχουν φωνές που επιμένουν, όσο υπάρχουν συγγενείς που δεν σιωπούν και δημοσιογράφοι που δεν υποτάσσονται, το έγκλημα των Τεμπών θα παραμένει ανοιχτή πληγή μέχρι να υπάρξει δικαιοσύνη.



