Θεσσαλονίκη: Ποινές κάθειρξης για αρχιμανδρίτη κι έναν πρώην ιερέα για απάτη άνω του 1,5 εκατ. ευρώ σε βάρος πιστών

Η υπόθεση ερευνήθηκε από τις διωκτικές Αρχές μετά από καταγγελίες θυμάτων

focusfm.gr
23 Μαρτίου 2026, 20:24

Με πολυετείς ποινές κάθειρξης τιμωρήθηκαν οι δύο βασικοί εμπλεκόμενοι στην απάτη που κατήγγειλαν πιστοί, με επίκεντρο τον Ιερό Ναό Κυρίλλου και Μεθοδίου Θεσσαλονίκης, όπου αρχιμανδρίτης, το διάστημα από το 2018 έως το 2023, διέδιδε στο ποίμνιό του ότι διεκδικεί με αξιώσεις τη θέση του Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης, λαμβάνοντας με τη βοήθεια συνεργού του «δωρεές» άνω του 1,5 εκατ. ευρώ.

Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης επέβαλε συνολική κάθειρξη 12,5 ετών, τόσο στον 70χρονο (σήμερα) αρχιμανδρίτη, που παύθηκε από τα ιερατικά του καθήκοντα, όσο και στον 63χρονο συνεργό του, πρώην ιερέα. Και οι δύο κρίθηκαν ένοχοι – χωρίς αναγνώριση ελαφρυντικού- για απάτη, νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές πράξεις, συμμορία κι ανάλογα με την περίπτωση για πλαστογραφία και χρήση πλαστού, ενώ στον καθένα επιβλήθηκε επιπλέον χρηματική ποινή 20.000 ευρώ.

Σε αντίθεση με τον (πρώην) αρχιμανδρίτη που παραμένει έγκλειστος στη φυλακή, για τον πρώην ιερέα αποφασίστηκε να ανασταλεί η εκτέλεση της ποινής, λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει. Υπό αυτές τις συνθήκες ο δεύτερος αποφυλακίστηκε με περιοριστικούς όρους (εμφάνιση δύο φορές τον μήνα σε αστυνομικό τμήμα και απαγόρευση εξόδου από τη χώρα).

Με την ίδια απόφαση αθωώθηκαν δύο συγκατηγορούμενοί τους – λαϊκοί, 53 και 36 ετών – που περιλαμβάνονταν στην ίδια δικογραφία.

Η υπόθεση ερευνήθηκε από τις διωκτικές Αρχές μετά από καταγγελίες θυμάτων που είχαν πειστεί πως ο αρχιμανδρίτης θα ανέβαινε γρήγορα στην ιεραρχία της εκκλησίας και θα ήταν ο επόμενος Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, όταν θα χήρευε η θέση από τον μακαριστό ‘Ανθιμο. Προκειμένου να γίνουν πειστικοί συνέτασσαν ή κυκλοφορούσαν πλαστές επιστολές που έφεραν τη σφραγίδα της Αρχιεπισκοπής Αθηνών, της Προεδρίας της Δημοκρατίας, του Οικουμενικού Πατριαρχείου, του Υπουργείου Οικονομικών, της Κομισιόν κ.ά.

«Διέδιδαν ότι η εκλογή του αρχιμανδρίτη πλησιάζει και γι’ αυτό πρέπει να ενισχυθεί με χρήματα και δώρα η παρασκηνιακή διεργασία», κατέθεσε στο δικαστήριο ένας από τους μηνυτές και πρόσθεσε: «Υπόσχονταν ότι θα μου επέστρεφαν τα χρήματα μετά την εκλογή. Πείστηκα ότι αυτή είναι η μέθοδος που ακολουθείται. Από ένα σημείο και μετά όταν δίνεις χρήματα δεν μπορείς να κάνεις πίσω, μέχρι που έφτασα στο σημείο και είπα “τέρμα”. Άρχισα να ψάχνω, να ρωτάω Μητροπολίτες άλλων περιοχών, μέχρι και στο Άγιον Όρος έφτασα…», είπε. Σε άλλο σημείο της κατάθεσής του ανέφερε ότι ως «δέλεαρ» του υποσχέθηκαν την αξιοποίησή του σε κομβική θέση στη διοίκηση της Μητρόπολης, ενώ για τις επιστολές είπε ότι φανέρωναν τη «δύναμη» τους.

Ο (πρώην) αρχιμανδρίτης δεν παρέστη στη δίκη, γνωστοποιώντας με επιστολή του μέσα από τη φυλακή την πρόθεσή του αυτή. Από την πλευρά του ο πρώην ιερέας, απολογούμενος παρουσίασε τη δική του εκδοχή, τονίζοντας τα εξής: «Μια μέρα ο πατήρ (σ.σ. αρχιμανδρίτης) μού είπε πως θέλει να μιλήσουμε για κάτι σοβαρό. Μού γνώρισε έναν συνεργάτη του, λαϊκό, και τότε ανέφερε ότι “ξεκινήσαμε την προώθησή μου να ανέβω και να γίνω Μητροπολίτης”. Είπε “θέλω να με βοηθήσεις επειδή λείπω πολλές φορές, θέλω να με εξυπηρετήσεις. Δεν θα ρωτάς και θα κάνεις αυτό που σου λέμε”. Έτσι μπήκα δειλά δειλά στην υπόθεση».

Σε ερώτηση γατί δέχθηκε να τον «εξυπηρετήσει», απάντησε αφενός επειδή «ήταν πνευματικός μου» και αφετέρου επειδή «με είχε στηρίξει όταν βρέθηκα στον δρόμο και το θεωρούσα ευεργεσία προς το πρόσωπό μου». Ο ίδιος απολογήθηκε πως ήταν «ταχυδρόμος» και «ταμίας τράπεζας». «Δε μάζευα χρήματα, τον διευκόλυνα. Πιστεύω ότι κι άλλοι μάζευαν χρήματα, δε γνώριζα κανέναν άλλον. Το λάθος ήταν που έδωσα τον τραπεζικό μου λογαριασμό», είπε, ενώ τόνισε ότι «τα χρήματα μεταμορφώνονταν σε πανάκριβα είδη δώρων», τα οποία προορίζονταν -κατά τον ίδιο- για ανθρώπους που έχουν λόγο στην εκλογή. «Όταν ξέσπασε το σκάνδαλο με καθησύχασε διαβεβαιώνοντάς μου ότι όλα θα γίνουν όπως πρέπει. “Εσύ θα είσαι δίπλα μου” έλεγε, θα σε βάλω πρωτοσύγκελο».

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ