Στην εκπομπή του Γρηγόρη Σερέτη «Κόντρα στο Σύστημα» στον Focus FM 103,6 και ΜΑΧΗ FM 99,8 – τα μόνα πατριωτικά ραδιόφωνα – βρέθηκε σήμερα καλεσμένος ο Άρης Τάτσης, δικηγόρος, και μίλησε για το φλέγον ζήτημα του Κτηματολογίου και τις καταγγελίες περί δήμευσης της ιδιωτικής περιουσίας των Ελλήνων πολιτών.
Η συζήτηση που άνοιξε στον αέρα δεν ήταν απλώς μια ακόμα ανάλυση νομικών διαδικασιών. Ήταν μια ωμή καταγγελία. Μια προειδοποίηση. Ένα καμπανάκι που χτυπάει για χιλιάδες Έλληνες, οι οποίοι είτε δεν γνωρίζουν είτε δεν έχουν συνειδητοποιήσει τι πραγματικά έρχεται.
Ο Άρης Τάτσης ήταν σαφέστατος. Χαρακτήρισε το Κτηματολόγιο «ληστρικό μηχανισμό» και όχι απλώς μια διοικητική διαδικασία. Και δεν το είπε ελαφρά τη καρδία. Αντίθετα, παρουσίασε μια συνολική εικόνα όπου το Κτηματολόγιο λειτουργεί ως ένα γρανάζι ενός μεγαλύτερου μηχανισμού, ο οποίος όπως υποστηρίζει, έχει ήδη χτυπήσει τη δημόσια περιουσία και τώρα περνά στην ιδιωτική.
Το πρώτο σημείο που προκαλεί ερωτήματα είναι το οικονομικό. Πώς γίνεται, σε μια εποχή πλήρους ψηφιοποίησης, να συνεχίζουν να χρεώνονται υπέρογκα ποσά για απλά πιστοποιητικά; Για ένα «enter» σε έναν υπολογιστή, όπως χαρακτηριστικά ειπώθηκε, ο πολίτης καλείται να πληρώνει διαρκώς. Και όσο ένα ακίνητο αλλάζει χέρια, όσο προστίθενται διορθώσεις και πράξεις, τόσο το κόστος αυξάνεται.
Πού πάνε αυτά τα χρήματα; Ποιος ελέγχει τη ροή τους; Υπάρχει διαφάνεια ή πρόκειται για έναν μηχανισμό χωρίς ουσιαστικό έλεγχο; Τα ερωτήματα μένουν αναπάντητα.
Ακόμα πιο ανησυχητικό, όμως, είναι το ζήτημα των «αγνώστου ιδιοκτήτη». Εδώ βρίσκεται σύμφωνα με τον κ. Τάτση, η καρδιά του προβλήματος. Χιλιάδες ακίνητα σε όλη τη χώρα, που για διάφορους λόγους δεν δηλώθηκαν ή δεν τακτοποιήθηκαν πλήρως, κινδυνεύουν να περάσουν αυτόματα στο Ελληνικό Δημόσιο.
Η προθεσμία που για χρόνια παρατεινόταν, φαίνεται πως φτάνει στο τέλος της. Και τότε τι θα συμβεί; Από τη μία μέρα στην άλλη, ιδιοκτησίες που σήμερα εμφανίζονται ως «αγνώστου ιδιοκτήτη» θα εγγραφούν ως κρατικές. Και μετά; Θα μπορεί ο πολίτης να τις πάρει πίσω εύκολα; Ή θα χρειαστεί να μπει σε μια χρονοβόρα και κοστοβόρα δικαστική διαδικασία, πληρώνοντας δικηγόρους, μηχανικούς, τοπογράφους και παράβολα;
Η απάντηση είναι σαφής: τίποτα δεν θα είναι εύκολο. Εδώ αναδεικνύεται και μια άλλη πτυχή: η κοινωνική αδικία. Γιατί ο εύπορος μπορεί να κινηθεί. Μπορεί να πληρώσει. Ο φτωχός όμως; Ο συνταξιούχος; Ο αγρότης που έχει ένα μικρό χωράφι; Θα μπορέσει να δώσει 1.000 ευρώ και πάνω για να υπερασπιστεί κάτι που είναι ήδη δικό του; Ή θα το χάσει σιωπηλά;
Και σαν να μην έφτανε αυτό, τίθεται και ένα ακόμη πιο σκοτεινό ερώτημα: τι θα γίνει με αυτές τις εκτάσεις αφού περάσουν στο Δημόσιο; Θα παραμείνουν ανεκμετάλλευτες; Θα αξιοποιηθούν υπέρ των πολιτών; Ή θα δοθούν, θα πουληθούν ή θα παραχωρηθούν αλλού;
Ο Τάτσης μίλησε ανοιχτά για έναν ευρύτερο σχεδιασμό. Έναν σχεδιασμό ο οποίος κατά την άποψή του, δεν περιορίζεται στο Κτηματολόγιο, αλλά συνδέεται με αλλαγές στη χωροταξία, στην πολεοδομία και συνολικά στη διαχείριση της γης. Σύμπτωση; Ή μέρος ενός ενιαίου πλάνου;
Παράλληλα, η συζήτηση άγγιξε και το διαχρονικό πρόβλημα των καταπατήσεων. Περιπτώσεις όπου εκτάσεις περιφράσσονται αυθαίρετα, δηλώνονται από τρίτους ή αλλάζουν χρήση χωρίς σαφή έλεγχο. Πού είναι οι μηχανισμοί προστασίας; Ποιος ελέγχει; Ποιος παρεμβαίνει; Ή μήπως τελικά το σύστημα αφήνει «παράθυρα» που εξυπηρετούν συγκεκριμένα συμφέροντα;
Η αναφορά στο παρελθόν δεν είναι τυχαία. Από την εποχή που θεσπίστηκε το Κτηματολόγιο μέχρι σήμερα, το ίδιο μοτίβο φαίνεται να επαναλαμβάνεται. Γραφειοκρατία, καθυστερήσεις, αδιαφάνεια και το κυριότερο, μετακύλιση του κόστους στον πολίτη.
Και εδώ γεννάται το μεγάλο ερώτημα: πρόκειται για ανικανότητα ή για συνειδητή πολιτική επιλογή; Διότι, όπως επισημάνθηκε, πολλά από τα λάθη είναι τυπικά. Μικροδιορθώσεις που θα μπορούσαν να λυθούν εύκολα, με μια απλή διαδικασία. Και όμως, ο πολίτης οδηγείται στα δικαστήρια. Γιατί; Γιατί πρέπει να πληρώσει.
Η προτροπή που δόθηκε είναι χαρακτηριστική: ενότητα. Συλλογικές κινήσεις. Μαζικές προσφυγές. Γιατί μόνο έτσι μπορεί να μειωθεί το κόστος και να υπάρξει πραγματική πίεση. Αλλά και αυτό δεν είναι εύκολο. Γιατί απαιτεί οργάνωση, ενημέρωση και κυρίως, συνειδητοποίηση του κινδύνου. Και εδώ είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο: πόσοι πολίτες γνωρίζουν πραγματικά τι συμβαίνει; Πόσοι έχουν καταλάβει ότι μπορεί να χάσουν περιουσία χωρίς καν να το αντιληφθούν εγκαίρως;
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι σκληρή. Ένα κράτος που, αντί να προστατεύει την ιδιοκτησία, δημιουργεί εμπόδια. Ένα σύστημα που, αντί να διευκολύνει, επιβαρύνει. Και ένας πολίτης που βρίσκεται εγκλωβισμένος ανάμεσα σε νόμους, προθεσμίες και έξοδα.
Και δεν είναι μόνο αυτό. Η συζήτηση επεκτάθηκε και σε άλλα πεδία: τράπεζες, funds, δάνεια. Ένας συνολικός μηχανισμός οικονομικής πίεσης που, όπως ειπώθηκε, λειτουργεί εις βάρος του πολίτη. Δάνεια που πουλήθηκαν στο 10% της αξίας τους και απαιτούνται στο 100%. Ακίνητα που κινδυνεύουν να χαθούν. Και ένα σύστημα που, αντί να εξισορροπεί, φαίνεται να εντείνει την ανισότητα.
Είναι όλα αυτά υπερβολές; Ή μήπως περιγράφουν μια πραγματικότητα που απλώς δεν θέλουμε να δούμε; Το μόνο βέβαιο είναι ότι το ζήτημα του Κτηματολογίου δεν είναι τεχνικό. Είναι βαθιά πολιτικό. Είναι κοινωνικό. Είναι θέμα δικαιοσύνης.
Και το μεγάλο ερώτημα παραμένει: Θα ξυπνήσουμε εγκαίρως ή θα βρεθούμε προ τετελεσμένων; Γιατί τότε… ίσως να είναι ήδη αργά.



