Στην εκπομπή του Γρηγόρη Σερέτη «Κόντρα στο Σύστημα» στον Focus FM 103,6 και ΜΑΧΗ FM 99,8 – τα μόνα πατριωτικά ραδιόφωνα – βρέθηκε σήμερα καλεσμένος ο Απόστολος Πετράκης, και μίλησε για τις ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις, τις δικογραφίες που ανοίγουν η μία μετά την άλλη, τη λειτουργία της Δικαιοσύνης και το κλίμα που διαμορφώνεται στη χώρα.
Η συζήτηση που εξελίχθηκε στον αέρα της εκπομπής ήταν μια ωμή, σχεδόν αποκαλυπτική καταγραφή ενός κλίματος που πολλοί αισθάνονται αλλά λίγοι τολμούν να περιγράψουν με τέτοια ένταση. Με αφορμή τις παραιτήσεις, τις δικογραφίες που πληθαίνουν και τις πληροφορίες για νέο «ανασχηματισμό», τέθηκε ένα βασικό ερώτημα: πρόκειται πράγματι για πολιτική ανανέωση ή για μια επιχείρηση διαχείρισης κρίσης;
Ο Απόστολος Πετράκης ήταν κατηγορηματικός. Αυτό που παρουσιάζεται ως ανασχηματισμός, υποστήριξε, δεν είναι τίποτε περισσότερο από αναγκαστική αντικατάσταση προσώπων που έχουν εκτεθεί. Δεν πρόκειται για αλλαγή πολιτικής, αλλά για ανακύκλωση του ίδιου μηχανισμού. Και εδώ βρίσκεται η ουσία: όταν ένα σύστημα πιέζεται, δεν αυτοκαταργείται αλλά αναδιπλώνεται.
Η κουβέντα γρήγορα πέρασε στο ζήτημα της νομιμοποίησης. Ο Πετράκης εξέφρασε την άποψη ότι η κυβέρνηση δεν διαθέτει πλέον την ηθική νομιμοποίηση, επικαλούμενος τις εξελίξεις γύρω από τις δικογραφίες και τις καταγγελίες για εξαγορά ψήφων. Μια βαριά καταγγελία, που όμως αντικατοπτρίζει ένα ευρύτερο κλίμα δυσπιστίας που διαχέεται στην κοινωνία.
Και εδώ μπαίνει το μεγάλο ζήτημα: η Δικαιοσύνη. Γιατί σε κάθε δημοκρατία, όταν το πολιτικό σύστημα αμφισβητείται, η Δικαιοσύνη είναι αυτή που καλείται να αποκαταστήσει την ισορροπία. Όμως, σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν, υπάρχει μια βαθιά κρίση εμπιστοσύνης. Από τη μία πλευρά, αναγνωρίζεται ότι υπάρχουν δικαστικοί λειτουργοί που προσπάθησαν να κινηθούν ανεξάρτητα. Από την άλλη, περιγράφεται ένα περιβάλλον πιέσεων, καθυστερήσεων και αποφάσεων που γεννούν ερωτήματα.
Ενδεικτική ήταν η αναφορά στο σκάνδαλο των υποκλοπών. Εκεί, όπως επισημάνθηκε, ενώ υπήρξαν κινήσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ουσιαστική διερεύνηση, η υπόθεση φαίνεται να «σπάει» σε επιμέρους κομμάτια, με αποτέλεσμα να χάνεται η συνολική εικόνα. Και όταν η εικόνα χάνεται, χάνεται και η αλήθεια.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση της δίκης για τα βίντεο της τραγωδίας των Τεμπών. Μια υπόθεση που θα έπρεπε να είναι ξεκάθαρη, μετατράπηκε, όπως περιγράφηκε, σε ένα δαιδαλώδες σκηνικό, με καθυστερήσεις, αποχές και τελικά επανεκκίνηση της διαδικασίας από την αρχή. Ερωτήματα πολλά. Απαντήσεις ελάχιστες.
Σε αυτό το περιβάλλον, ο Γρηγόρης Σερέτης έθεσε ένα κρίσιμο ζήτημα: γιατί δεν μιλούν όσοι γνωρίζουν; Γιατί πολιτικά πρόσωπα που εμφανίζονται ως «αντάρτες» δεν αποκαλύπτουν όσα υπονοούν; Η απάντηση που δόθηκε ήταν σκληρή: γιατί είναι μέρος του ίδιου συστήματος. Μια διαπίστωση που, αν ισχύει, εξηγεί πολλά.
Η συζήτηση δεν έμεινε μόνο στο παρελθόν. Επεκτάθηκε και στο μέλλον. Πότε θα γίνουν εκλογές; Θα αντέξει η κυβέρνηση μέχρι το φθινόπωρο ή θα αναγκαστεί να πάει νωρίτερα; Οι εκτιμήσεις συγκλίνουν στο ότι κρίσιμος παράγοντας είναι ο έλεγχος της Δικαιοσύνης και η διαχείριση των ευρωπαϊκών κονδυλίων. Δηλαδή, η εξουσία και το χρήμα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε και η αναφορά στον ρόλο των μέσων ενημέρωσης. Σε μια περίοδο όπου οι αποκαλύψεις διαδέχονται η μία την άλλη, οι δημοσκοπήσεις συνεχίζουν να εμφανίζουν την ίδια πολιτική κυριαρχία. Πώς εξηγείται αυτό; Είναι θέμα επιρροής, χειραγώγησης ή απλώς αδυναμίας της κοινωνίας να αντιδράσει;
Και εδώ φτάνουμε στον πιο δύσκολο καθρέφτη: την ίδια την κοινωνία. Ο Πετράκης δεν δίστασε να μιλήσει για απάθεια. Για μια κοινωνία που βλέπει, καταλαβαίνει, αλλά δεν αντιδρά. Που έχει συνηθίσει την κρίση σε τέτοιο βαθμό, ώστε να την θεωρεί κανονικότητα.
Όμως η συζήτηση δεν έμεινε μόνο στην καταγγελία. Υπήρξε και μια συγκεκριμένη εξέλιξη που δίνει νέο ενδιαφέρον: η πρόθεση να κληθεί ως μάρτυρας ο Ταλ Ντίλιαν, πρόσωπο-κλειδί στην υπόθεση των υποκλοπών. Μια κίνηση που, αν προχωρήσει, μπορεί να ανοίξει νέα κεφάλαια.
Ο ίδιος ο Πετράκης δήλωσε ότι, εφόσον η Δικαιοσύνη δεν καλεί από μόνη της τον συγκεκριμένο μάρτυρα, θα το πράξει ο ίδιος στο πλαίσιο της δίκης του. Μια δήλωση με σαφή πολιτικό και νομικό βάρος. Διότι αν ο μάρτυρας εμφανιστεί, θα πρέπει να μιλήσει. Και αν μιλήσει, θα πρέπει να αποδείξει όσα υποστηρίζει.
Αν δεν εμφανιστεί, το ερώτημα θα είναι εξίσου ισχυρό: γιατί; Σε αυτό το σημείο, η συζήτηση αποκτά σχεδόν δραματικό χαρακτήρα. Γιατί δεν αφορά πλέον μόνο την πολιτική αντιπαράθεση. Αφορά τη λειτουργία των θεσμών, την αξιοπιστία της Δικαιοσύνης και τελικά την ίδια τη δημοκρατία.
Και ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι αυτό που ειπώθηκε σχεδόν παρεμπιπτόντως, ότι όταν αυτό το σύστημα καταρρεύσει, δεν θα γίνει ήσυχα. Θα γίνει με κρότο. Με αποκαλύψεις, με ευθύνες, με συνέπειες. Μέχρι τότε, όμως, η χώρα φαίνεται να κινείται σε μια λεπτή ισορροπία. Με ένα πολιτικό σύστημα που δοκιμάζεται, μια Δικαιοσύνη που αμφισβητείται και μια κοινωνία που παρακολουθεί.
Το ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξουν εξελίξεις. Το ερώτημα είναι πότε. Και κυρίως, ποιοι θα είναι έτοιμοι να τις αντιμετωπίσουν. Γιατί στο τέλος της ημέρας, η αλήθεια δεν είναι θέμα πολιτικής επιλογής. Είναι θέμα χρόνου.



