Στις 11 Δεκεμβρίου 2026 αναμένεται να καθίσουν ξανά στο εδώλιο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών οι τέσσερις επιχειρηματίες που εμπλέκονται στη σκοτεινή υπόθεση του κακόβουλου λογισμικού Predator. Η δίκη σε δεύτερο βαθμό έρχεται μετά την πρωτοφανή απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, το οποίο επέβαλε στους κατηγορούμενους την εξοντωτική ποινή των 126 ετών και 8 μηνών στον καθένα. Παρά το μέγεθος της ποινής, οι επιχειρηματίες παραμένουν ελεύθεροι καθώς η έφεσή τους είχε ανασταλτικό χαρακτήρα, με το εκτιτέο μέρος της ποινής να περιορίζεται στα 8 έτη.
Η πρωτόδικη απόφαση υπήρξε καταπέλτης, κρίνοντας τους τέσσερις ενόχους για μια σειρά από πλημμελήματα που έπληξαν τον πυρήνα των ατομικών ελευθεριών. Συγκεκριμένα, καταδικάστηκαν για την παράνομη πρόσβαση σε συστήματα πληροφοριών, την παραβίαση του απορρήτου των τηλεφωνικών επικοινωνιών και την επέμβαση σε ευαίσθητα συστήματα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ωστόσο, η δικαιοσύνη δεν σταματά εκεί, καθώς το δικαστήριο διέταξε την επιστροφή της δικογραφίας στις εισαγγελικές αρχές για περαιτέρω έρευνα, υπό τον φόβο της παραγραφής των αδικημάτων.
Το ενδιαφέρον πλέον στρέφεται στον Άρειο Πάγο, όπου βρίσκεται ένα κρίσιμο μέρος της δικογραφίας. Οι ανώτατοι δικαστικοί λειτουργοί ερευνούν αν πίσω από τις παρακολουθήσεις κρύβεται το κακούργημα της κατασκοπείας ή της απόπειρας κατασκοπείας. Παράλληλα, εξετάζεται εξονυχιστικά ο ρόλος τυχόν «αόρατων» συνεργών που μπορεί να παρείχαν συνδρομή στους τέσσερις καταδικασθέντες, ανοίγοντας τον δρόμο για νέες διώξεις που θα μπορούσαν να αγγίξουν και άλλα πρόσωπα.
Την ίδια στιγμή, ένα παράλληλο μέτωπο παραμένει ανοιχτό στην Εισαγγελία Πρωτοδικών, όπου διενεργείται προκαταρκτική εξέταση για το αδίκημα της ψευδούς κατάθεσης. Στο στόχαστρο βρίσκονται μάρτυρες που εξετάστηκαν τόσο ενώπιον της εξεταστικής επιτροπής της Βουλής όσο και στο δικαστήριο, καθώς υπάρχουν ενδείξεις ότι απέκρυψαν ή αλλοίωσαν την αλήθεια. Η δίκη του Δεκεμβρίου δεν θα κρίνει μόνο την τύχη των τεσσάρων επιχειρηματιών, αλλά θα αποτελέσει crash test για την ικανότητα της ελληνικής δικαιοσύνης να ρίξει φως στο πιο σύνθετο δίκτυο παρακολουθήσεων της μεταπολιτευτικής περιόδου.



