Στην εκπομπή του Γρηγόρη Σερέτη «Κόντρα στο Σύστημα» στον Focus FM 103,6 και ΜΑΧΗ FM 99,8 – τα μόνα πατριωτικά ραδιόφωνα – βρέθηκε σήμερα καλεσμένος ο Θωμάς Καλοκύρης, δικηγόρος, και μίλησε για τις πρακτικές των funds και των εισπρακτικών εταιρειών που οδηγούν χιλιάδες Έλληνες στην απώλεια της περιουσίας τους.
Η συζήτηση που άνοιξε στον αέρα δεν ήταν απλώς μία ακόμα ανάλυση της οικονομικής πραγματικότητας. Ήταν μια αποκάλυψη. Μια ωμή περιγραφή ενός μηχανισμού που λειτουργεί συστηματικά, αθόρυβα, αλλά με καταστροφικά αποτελέσματα για την ελληνική κοινωνία. Ένας μηχανισμός που, όπως καταγγέλλεται, έχει στηθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να οδηγεί τον πολίτη σε οικονομικό αδιέξοδο και τελικά στην απώλεια του ίδιου του σπιτιού του.
Το βασικό ερώτημα που τέθηκε ήταν απλό αλλά συνταρακτικό: πώς είναι δυνατόν ένας πολίτης που χρωστά ένα μικρό υπόλοιπο δανείου να χάνει ακίνητο πολύ μεγαλύτερης αξίας; Πώς γίνεται ένα σπίτι αξίας 100.000 ευρώ να βγαίνει σε πλειστηριασμό για οφειλή 20.000 ή 30.000 ευρώ;
Η απάντηση που δόθηκε ήταν ακόμα πιο σοκαριστική. Όχι μόνο γίνεται, αλλά γίνεται νόμιμα.
Όπως εξήγησε ο κ. Καλοκύρης, το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στις πρακτικές των funds, αλλά στο ίδιο το νομοθετικό πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια. Ένα πλαίσιο που, αντί να προστατεύει τον πολίτη, επιτρέπει και σε πολλές περιπτώσεις ενισχύει αυτές τις πρακτικές.
Τα δάνεια, όπως επισημάνθηκε, δεν ανήκουν πλέον στις τράπεζες. Έχουν πωληθεί σε επενδυτικά κεφάλαια του εξωτερικού, τα λεγόμενα funds, τα οποία λειτουργούν αποκλειστικά με γνώμονα το κέρδος. Δεν έχουν καμία κοινωνική ευθύνη, καμία σχέση με τον δανειολήπτη, καμία πρόθεση να διευκολύνουν την αποπληρωμή. Στόχος είναι ένας: η μεγιστοποίηση του κέρδους.
Και πώς επιτυγχάνεται αυτό; Με κάθε τρόπο. Με αλλαγές όρων χωρίς ουσιαστική διαπραγμάτευση. Με καθυστερήσεις στην ενημέρωση των οφειλετών. Με τεχνάσματα που οδηγούν τα δάνεια σε καθυστέρηση. Με πιέσεις, απειλές και συστηματική ψυχολογική εξόντωση.
Σε μία χαρακτηριστική περίπτωση που παρουσιάστηκε, δανειολήπτης συνέχιζε να πληρώνει κανονικά τη δόση του στην τράπεζα, χωρίς να γνωρίζει ότι το δάνειο είχε ήδη πωληθεί. Όταν ενημερώθηκε με καθυστέρηση, του ζητήθηκε αυξημένη δόση λόγω «καθυστέρησης». Μια καθυστέρηση που δεν ήταν δική του ευθύνη. Αποτέλεσμα; Αδυναμία πληρωμής. Και τελικά, απώλεια του σπιτιού.
Αυτές οι πρακτικές, όπως τονίστηκε, δεν είναι μεμονωμένα περιστατικά. Είναι μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου. Μιας στρατηγικής που οδηγεί σκόπιμα τους δανειολήπτες σε αδιέξοδο, ώστε να ενεργοποιηθεί η διαδικασία πλειστηριασμού.
Το πιο ανησυχητικό όμως είναι ότι, σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν, το 95% των λεγόμενων «κόκκινων δανείων» δεν αφορά στρατηγικούς κακοπληρωτές. Δεν αφορά ανθρώπους που έχουν αλλά δεν πληρώνουν. Αφορά οικογένειες, μικρομεσαίους, επαγγελματίες, που δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν στις οικονομικές υποχρεώσεις τους. Και όμως, αυτοί είναι που πλήττονται περισσότερο.
Την ίδια στιγμή, μεγάλα επιχειρηματικά δάνεια πωλούνται σε εξευτελιστικές τιμές – ακόμη και στο 10% της αξίας τους – και συχνά αντιμετωπίζονται με μεγαλύτερη επιείκεια. Το σύστημα, δηλαδή, φαίνεται να λειτουργεί με δύο μέτρα και δύο σταθμά. Από τη μία, ο απλός πολίτης που χάνει το σπίτι του για λίγες χιλιάδες ευρώ. Από την άλλη, μεγάλα συμφέροντα που βρίσκουν τρόπους να διασωθούν ή να αναδιαρθρωθούν.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ζοφερή όταν εξετάσει κανείς τον ρόλο του κράτους. Όπως ειπώθηκε, το ελληνικό δημόσιο έχει εγγυηθεί σε πολλές περιπτώσεις τα κέρδη των funds μέσω τιτλοποιήσεων. Δηλαδή, αν τα funds δεν εισπράξουν όσα προσδοκούν, τη διαφορά την καλύπτει ο Έλληνας φορολογούμενος. Με απλά λόγια: ο πολίτης πληρώνει για να χάσει την περιουσία του.
Και αν κάποιος πιστεύει ότι υπάρχει ουσιαστικός έλεγχος, η πραγματικότητα τον διαψεύδει. Οι εποπτικοί μηχανισμοί εμφανίζονται αδύναμοι ή απρόθυμοι να παρέμβουν. Οι καταγγελίες πολλές φορές οδηγούν απλώς σε συστάσεις, χωρίς ουσιαστικές κυρώσεις.
Την ίδια ώρα, οι εισπρακτικές εταιρείες, πολλές εκ των οποίων λειτουργούν στα όρια της νομιμότητας, ασκούν καθημερινά πιέσεις. Τηλεφωνήματα, απειλές, παραπληροφόρηση. Σε πολλές περιπτώσεις, ακόμη και η ταυτοποίηση του φορέα που διαχειρίζεται το δάνειο είναι δύσκολη.
Το δάνειο «ταξιδεύει» από fund σε fund, αφήνοντας τον οφειλέτη σε πλήρη σύγχυση. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, νέες νομοθετικές ρυθμίσεις επεκτείνουν τη δράση των εισπρακτικών ακόμη και σε οφειλές προς το Δημόσιο και τον ΕΦΚΑ. Δηλαδή, προσωπικά δεδομένα και οικονομικά στοιχεία πολιτών περνούν σε ιδιωτικά χέρια για διαχείριση. Μια εξέλιξη που γεννά σοβαρά ερωτήματα για την προστασία των πολιτών και των δικαιωμάτων τους.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο πολίτης βρίσκεται ουσιαστικά μόνος. Χωρίς επαρκή προστασία, χωρίς σαφές πλαίσιο στήριξης, χωρίς εύκολη πρόσβαση στη δικαιοσύνη, καθώς ακόμη και η νομική διεκδίκηση απαιτεί πόρους που πολλοί δεν διαθέτουν.
Και όμως, λύσεις υπάρχουν. Όπως επισημάνθηκε, υπάρχουν εργαλεία όπως ο εξωδικαστικός μηχανισμός, δικαστικές ενέργειες και δυνατότητες ρύθμισης. Όμως δεν είναι εύκολες, ούτε προσβάσιμες σε όλους. Το βασικό συμπέρασμα της συζήτησης ήταν ένα: το πρόβλημα δεν είναι απλώς οικονομικό. Είναι βαθιά κοινωνικό και πολιτικό.
Μιλάμε για ένα σύστημα που, αντί να στηρίζει τον πολίτη, τον πιέζει μέχρι να λυγίσει. Ένα σύστημα που επιτρέπει την απώλεια πρώτης κατοικίας χωρίς ουσιαστικά φίλτρα προστασίας. Ένα σύστημα που λειτουργεί υπέρ των ισχυρών και εις βάρος των αδύναμων.
Και το ερώτημα που μένει αναπάντητο είναι απλό: Μέχρι πότε; Μέχρι πότε θα συνεχίζεται αυτή η κατάσταση χωρίς ουσιαστική παρέμβαση; Μέχρι πότε η περιουσία των Ελλήνων θα βρίσκεται στο στόχαστρο; Γιατί, όπως ειπώθηκε ξεκάθαρα στην εκπομπή, δεν πρόκειται απλώς για οικονομική κρίση. Πρόκειται για ένα σκάνδαλο χωρίς φρένα.




