«Συγκάλυψη στο σκάνδαλο των υποκλοπών» : Γρηγόρης Σερέτης, Απόστολος Πετράκης

Στην εκπομπή του Γρηγόρη Σερέτη «Κόντρα στο Σύστημα» στον Focus FM 103,6 και ΜΑΧΗ FM 99,8 – τα μόνα πατριωτικά ραδιόφωνα – βρέθηκε σήμερα καλεσμένος ο Απόστολος Πετράκης και μίλησε για το σκάνδαλο των υποκλοπών, τη στάση της Δικαιοσύνης και τις πολιτικές προεκτάσεις μιας υπόθεσης που συνεχίζει να προκαλεί έντονες αντιδράσεις στην ελληνική κοινωνία

focusfm.gr
28 Απριλίου 2026, 18:32

Η συζήτηση που εκτυλίχθηκε στον αέρα δεν άφησε περιθώρια παρερμηνειών. Ο λόγος ήταν ωμός, αιχμηρός και βαθιά πολιτικός. Το βασικό συμπέρασμα που αναδείχθηκε ήταν ένα: η υπόθεση των υποκλοπών δεν έκλεισε, θάφτηκε. Και αυτό, όπως τονίστηκε, δεν αποτελεί απλώς μια δικαστική εξέλιξη, αλλά ένα θεσμικό γεγονός με βαρύτατες συνέπειες για τη δημοκρατία.

Ο Απόστολος Πετράκης υποστήριξε με σαφήνεια ότι η αρχειοθέτηση της υπόθεσης δεν προέκυψε μέσα από ουσιαστική έρευνα, αλλά μέσω μιας διαδικασίας που αγνόησε κρίσιμα στοιχεία και μαρτυρίες. Το γεγονός ότι δεν εξετάστηκαν ουσιώδεις παράμετροι, ούτε κλήθηκαν βασικοί μάρτυρες, δημιουργεί όπως ειπώθηκε, εύλογες υποψίες συγκάλυψης.

Το ζήτημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται στη συγκεκριμένη υπόθεση. Αντιθέτως, λειτουργεί ως πρότυπο για το πώς αντιμετωπίζονται μεγάλα σκάνδαλα στη χώρα. Όπως επισημάνθηκε, η επαναλαμβανόμενη τακτική είναι απλή: αποδίδονται ευθύνες σε «δευτερεύοντα» πρόσωπα, ενώ το πολιτικό σύστημα παραμένει στο απυρόβλητο. Ένα μοτίβο που, κατά τους συνομιλητές, έχει εφαρμοστεί επανειλημμένα.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στο γεγονός ότι πρόκειται για μια υπόθεση που αγγίζει τον πυρήνα της δημοκρατίας. Οι παρακολουθήσεις δεν αφορούσαν απλούς πολίτες, αλλά κορυφαία πρόσωπα της πολιτικής, στρατιωτικής και δημοσιογραφικής ζωής της χώρας. Το ερώτημα που τέθηκε είναι απλό αλλά καίριο: πώς είναι δυνατόν να μην θεωρείται αυτό ζήτημα εθνικής ασφάλειας;

Στη συζήτηση τέθηκε επίσης το θέμα της απουσίας ουσιαστικής αντίδρασης από πρόσωπα που φέρονται να έχουν παρακολουθηθεί. Όπως ειπώθηκε, η μη κατάθεση μηνύσεων για κατασκοπεία δημιουργεί εύλογα ερωτήματα. Είναι φόβος; Είναι εμπλοκή; Ή μήπως πρόκειται για μια σιωπηρή αποδοχή μιας πραγματικότητας που δεν μπορεί να ανατραπεί;

Ο Γρηγόρης Σερέτης στάθηκε ιδιαίτερα σε αυτό το σημείο, επισημαίνοντας ότι η στάση πολλών πολιτικών προσώπων είναι αντιφατική. Από τη μία εμφανίζονται ως «αντισυστημικοί» και καταγγέλλουν την κατάσταση, από την άλλη αποφεύγουν τις ουσιαστικές κινήσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αποκαλύψεις.

Ένα ακόμη στοιχείο που αναδείχθηκε είναι η διασύνδεση εξουσίας, Δικαιοσύνης και μέσων ενημέρωσης. Σύμφωνα με τα όσα ειπώθηκαν, υπάρχει ένα πλέγμα επιρροής που καθορίζει τόσο την εξέλιξη των υποθέσεων όσο και την εικόνα που παρουσιάζεται στο κοινό. Ένα σύστημα που, όπως υποστηρίχθηκε, έχει τη δυνατότητα να μετατρέπει ακόμη και τα μεγαλύτερα σκάνδαλα σε «μη γεγονότα».

Η αναφορά σε ενδεχόμενες προαγωγές προσώπων που εμπλέκονται σε κρίσιμες αποφάσεις προκάλεσε ιδιαίτερη αίσθηση. Η πιθανότητα κάποιοι να ανταμείβονται αντί να ελέγχονται ενισχύει, κατά τον κ. Πετράκη, την πεποίθηση ότι το σύστημα λειτουργεί με όρους επιβράβευσης της συμμόρφωσης.

Στο ίδιο πλαίσιο, έγινε λόγος και για τον ρόλο της Ευρώπης. Αν και θεωρητικά υπάρχει εποπτεία, στην πράξη όπως υποστηρίχθηκε, οι παρεμβάσεις είναι περιορισμένες. Η διεθνής διάσταση της υπόθεσης, με εμπλοκή ξένων εταιρειών και παραγόντων, καθιστά το ζήτημα ακόμη πιο περίπλοκο.

Ένα από τα πιο αιχμηρά σημεία της συζήτησης ήταν η εκτίμηση ότι το σύνολο της υπόθεσης θα «κλείσει» οριστικά μέσω θεσμικών διαδικασιών που θα οδηγήσουν σε απαλλαγές. Η αναφορά σε πιθανές νομοθετικές παρεμβάσεις που θα έχουν αναδρομική ισχύ υπέρ των κατηγορουμένων, ενίσχυσε την αίσθηση ότι το τέλος είναι ήδη προδιαγεγραμμένο.

Ωστόσο, υπήρξε και μια νότα αμφισβήτησης. Ο Σερέτης άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να υπάρξουν πρόσωπα που θα κινηθούν νομικά και θα επιχειρήσουν να ανατρέψουν την κατάσταση. Αν και ο Πετράκης εμφανίστηκε απαισιόδοξος, η πιθανότητα αυτή παραμένει έστω και ως ελπίδα.

Το βασικό ερώτημα που προκύπτει είναι αν η ελληνική κοινωνία θα αποδεχθεί αυτή την εξέλιξη. Όπως ειπώθηκε χαρακτηριστικά, η παθητικότητα των πολιτών αποτελεί κρίσιμο παράγοντα. Όσο δεν υπάρχει πίεση, το σύστημα δεν έχει λόγο να αλλάξει.

Η υπόθεση των υποκλοπών δεν είναι απλώς ένα ακόμη σκάνδαλο. Είναι ένας καθρέφτης του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί το κράτος. Και το ερώτημα που μένει να απαντηθεί είναι αν αυτός ο καθρέφτης θα σπάσει ή αν θα συνεχίσουμε να κοιτάμε μέσα του, προσποιούμενοι ότι δεν βλέπουμε.

Το μόνο βέβαιο είναι ότι η συζήτηση δεν τελειώνει εδώ. Αντιθέτως, τώρα ξεκινά. Και το αν θα υπάρξει κάθαρση ή οριστική συγκάλυψη, θα κριθεί όχι μόνο στις αίθουσες των δικαστηρίων, αλλά και στη συνείδηση της κοινωνίας.