Ανεκμετάλλευτη ενέργεια στην Ελλάδα – Γρηγόρης Σερέτης, Ιωάννης Μπασιάς

Τα συμφέροντα πίσω από την ενεργειακή πολιτική

focusfm.gr
7 Μαΐου 2026, 18:36

Στην εκπομπή του Γρηγόρη Σερέτη «Κόντρα στο Σύστημα» στον Focus FM 103,6 και ΜΑΧΗ FM 99,8 – τα μόνα πατριωτικά ραδιόφωνα – βρέθηκε σήμερα καλεσμένος ο Ιωάννης Μπασιάς, ειδικός στον τομέα των υδρογονανθράκων και της ενεργειακής πολιτικής, και μίλησε για τον τεράστιο ανεκμετάλλευτο ενεργειακό πλούτο της Ελλάδας, τα συμφέροντα που κρατούν τη χώρα εξαρτημένη, την αποτυχημένη «πράσινη μετάβαση», αλλά και τον γεωπολιτικό πόλεμο γύρω από το φυσικό αέριο, τα ορυκτά και τα τρόφιμα.

Για ακόμη μία φορά, μέσα από τον αέρα του Focus FM και του ΜΑΧΗ FM, ειπώθηκαν πράγματα που δεν θα ακούσετε ποτέ στα συστημικά κανάλια. Πράγματα που πονάνε. Πράγματα που εξηγούν γιατί μια χώρα που «κάθεται» πάνω σε φυσικό αέριο, πετρέλαιο, βωξίτη, λιγνίτη, γεωθερμία και κρίσιμα ορυκτά, συνεχίζει να πληρώνει πανάκριβο ρεύμα και να εξαρτάται από ξένους ενεργειακούς παρόχους.

Ο Ιωάννης Μπασιάς, με πολυετή εμπειρία στον χώρο των υδρογονανθράκων και της διεθνούς ενεργειακής αγοράς, ξεκαθάρισε ότι η Ελλάδα διαθέτει ενεργειακό πλούτο. Το πρόβλημα δεν είναι η απουσία κοιτασμάτων. Το πρόβλημα είναι ότι επί δεκαετίες κανείς δεν ήθελε να γίνουν πραγματικές έρευνες και γεωτρήσεις.

Όπως εξήγησε, άλλο οι θεωρητικές εκτιμήσεις και άλλο να κατεβάσεις γεωτρύπανο, να πάρεις δείγματα και να δεις αν ένα κοίτασμα είναι πραγματικά εκμεταλλεύσιμο. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται το κρίσιμο σημείο: χρειάζονται τεράστιες επενδύσεις, σοβαρή πολιτική βούληση και κυρίως εθνική στρατηγική.

Αντί γι’ αυτό, η Ελλάδα ακολούθησε τυφλά την ευρωπαϊκή «πράσινη» ατζέντα. Μια ατζέντα που γέμισε τα βουνά με ανεμογεννήτριες, σκέπασε καλλιεργήσιμες εκτάσεις με φωτοβολταϊκά και διέλυσε τον λιγνίτη, χωρίς όμως να μειώσει το κόστος της ενέργειας για τον πολίτη.

Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση. Αν πράγματι οι ανανεώσιμες πηγές ήταν τόσο «σωτήριες», γιατί το ρεύμα συνεχίζει να είναι πανάκριβο; Γιατί ο Έλληνας πληρώνει συνεχώς αυξήσεις; Γιατί δημιουργήθηκε ένα ολόκληρο «Χρηματιστήριο Ενέργειας» όπου λίγοι παίκτες καθορίζουν τις τιμές;

Ο κ. Μπασιάς έδωσε μια απάντηση που πολλοί σκέφτονται αλλά λίγοι τολμούν να πουν δημόσια: γιατί πίσω από την ενεργειακή πολιτική υπάρχουν συμφέροντα.

Συμφέροντα ευρωπαϊκά. Συμφέροντα πολυεθνικών. Συμφέροντα εταιρειών που βρήκαν χρυσοφόρο πεδίο στα επιδοτούμενα φωτοβολταϊκά και στις ανεμογεννήτριες. Συμφέροντα που δεν ήθελαν την Ελλάδα ενεργειακά αυτόνομη.

Διότι μια Ελλάδα που θα αξιοποιούσε το φυσικό αέριο του Ιονίου, της Κρήτης ή του Πρίνου θα μπορούσε να αλλάξει τους συσχετισμούς στην Ανατολική Μεσόγειο. Θα μπορούσε να αποκτήσει στρατηγική σημασία. Θα μπορούσε να μειώσει την εξάρτησή της από εισαγωγές.

Αυτό όμως δεν βόλευε ούτε τη Γερμανία της εποχής του ρωσικού φυσικού αερίου ούτε ένα πολιτικό σύστημα που είχε μάθει να λειτουργεί με όρους μεταπρατισμού και όχι εθνικής παραγωγής.

Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε και η συζήτηση για τον λιγνίτη. Έναν πόρο που η Ελλάδα ουσιαστικά εγκατέλειψε, την ώρα που άλλες χώρες συνεχίζουν να τον χρησιμοποιούν. Ο κ. Μπασιάς υπενθύμισε ότι κατασκευάστηκαν πανάκριβες μονάδες, δισεκατομμυρίων ευρώ, που μπορούσαν να φιλτράρουν καλύτερα τους ρύπους και να κρατήσουν ζωντανή την εγχώρια παραγωγή.

Αντί όμως να αξιοποιηθεί αυτή η δυνατότητα, η χώρα οδηγήθηκε στην απολιγνιτοποίηση με βίαιο τρόπο, αφήνοντας ολόκληρες περιοχές χωρίς εργασία και χωρίς προοπτική. Και την ίδια στιγμή, όπως ειπώθηκε στον αέρα, ο λιγνίτης φεύγει προς τα Σκόπια και επιστρέφει στην Ελλάδα ως… εισαγόμενο ρεύμα. Ένα ενεργειακό παράδοξο που μόνο στην Ελλάδα θα μπορούσε να συμβεί.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική ήταν η συζήτηση για τα κρίσιμα ορυκτά, τις μπαταρίες και τις «σπάνιες γαίες». Ο κόσμος μιλά συνεχώς για ηλεκτρικά αυτοκίνητα, αποθήκευση ενέργειας και νέα τεχνολογία, όμως ελάχιστοι γνωρίζουν ότι πίσω από όλα αυτά διεξάγεται ένας τεράστιος γεωπολιτικός πόλεμος. Η Κίνα έχει αποκτήσει κυριαρχία στα κρίσιμα ορυκτά εδώ και χρόνια, ιδιαίτερα μέσω επενδύσεων στην Αφρική. Η Ευρώπη ξύπνησε αργά και τώρα τρέχει να καλύψει το χαμένο έδαφος.

Η Ελλάδα, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, διαθέτει σημαντικές δυνατότητες και σε αυτόν τον τομέα. Όμως και πάλι απαιτούνται επενδύσεις, τεχνογνωσία και κυρίως χρόνος. Ένα ορυχείο μπορεί να χρειαστεί 10 έως 15 χρόνια για να φτάσει σε παραγωγή. Και ενώ όλα αυτά συμβαίνουν, η Ευρώπη συνεχίζει να πιέζει για «πράσινες πολιτικές», χωρίς όμως να έχει εξασφαλίσει πραγματική ενεργειακή αυτάρκεια.

Ο Γρηγόρης Σερέτης έθεσε καίρια ερωτήματα για το πώς μια χώρα με τόσο ήλιο, τόσο αέρα και τόσο πλούσιο υπέδαφος παραμένει εξαρτημένη ενεργειακά. Ερωτήματα που απασχολούν πλέον κάθε ελληνικό νοικοκυριό.

Η κουβέντα επεκτάθηκε και στη λειψυδρία, με ιδιαίτερη αναφορά στα φράγματα, στην αποθήκευση νερού και στην ανάγκη σοβαρής διαχείρισης των υδάτινων πόρων. Ο καλεσμένος εξήγησε ότι τα μικρά φράγματα και η αντλησιοταμίευση μπορούν να λειτουργήσουν σαν φυσικές «μπαταρίες» ενέργειας. Και εκεί αποκαλύφθηκε άλλη μία πικρή αλήθεια: η Ελλάδα δεν πάσχει από έλλειψη δυνατοτήτων. Πάσχει από έλλειψη σχεδίου.

Το πιο ανησυχητικό όμως κομμάτι της συζήτησης αφορούσε τα τρόφιμα και τη συμφωνία Μερκοσούρ. Ο Ιωάννης Μπασιάς προειδοποίησε ότι η Ευρώπη ανοίγει τον δρόμο για εισαγωγές προϊόντων χαμηλότερων προδιαγραφών από τη Λατινική Αμερική, την ώρα που οι Ευρωπαίοι παραγωγοί πνίγονται από κανονισμούς και περιορισμούς.

Λιπάσματα, φυσικό αέριο, ουρία, τρόφιμα, ενέργεια. Όλα συνδέονται. Και όλα επηρεάζονται από πολέμους, γεωπολιτικά παιχνίδια και οικονομικά συμφέροντα. Αυτή ήταν ίσως και η μεγαλύτερη ουσία της συνέντευξης: τίποτα δεν είναι τυχαίο. Η ενεργειακή κρίση δεν είναι απλώς αποτέλεσμα «κακής τύχης». Είναι αποτέλεσμα επιλογών. Πολιτικών επιλογών. Οικονομικών επιλογών. Επιλογών που μετατρέπουν χώρες με πλούτο σε χώρες εξαρτημένες.

Και όσο η Ελλάδα συνεχίζει να λειτουργεί χωρίς εθνικό ενεργειακό σχέδιο, χωρίς αξιοποίηση του υπεδάφους της και χωρίς πραγματική στρατηγική αυτάρκειας, ο λογαριασμός θα συνεχίσει να πηγαίνει στον πολίτη. Γιατί στο τέλος της ημέρας, όπως πολύ σωστά ειπώθηκε στον αέρα του Focus FM και του ΜΑΧΗ FM, ο λαός είναι αυτός που πληρώνει τη «νύφη».