Στην εκπομπή του Γρηγόρη Σερέτη «Κόντρα στο Σύστημα» στον Focus FM 103,6 και ΜΑΧΗ FM 99,8 – τα μόνα πατριωτικά ραδιόφωνα – βρέθηκε σήμερα καλεσμένος ο Μάνος Γρυπάρης, δημοσιογράφος, YouTuber και πολιτικός σχολιαστής, και μίλησε για τις διώξεις που όπως καταγγέλλει, δέχεται μέσω του αντιρατσιστικού νόμου, για την ελευθερία του λόγου, για τις καταγγελίες που έχουν οδηγήσει σε δικογραφίες εις βάρος του, αλλά και για την κατάσταση που επικρατεί σήμερα στην Ελλάδα γύρω από τη Δικαιοσύνη, τη λογοκρισία και το πολιτικό σύστημα.
Η συζήτηση που άνοιξε στον αέρα αποτυπώνει το κλίμα μιας εποχής όπου ολοένα και περισσότεροι πολίτες νιώθουν ότι δεν μπορούν να μιλήσουν ελεύθερα χωρίς να κινδυνεύουν να βρεθούν αντιμέτωποι με μηνύσεις, δικογραφίες και δικαστικές περιπέτειες. Ο Μάνος Γρυπάρης περιέγραψε με λεπτομέρειες πώς ξεκίνησε η υπόθεση εις βάρος του μετά από σατιρικό τραγούδι – παρωδία για τη Νέα Δημοκρατία το οποίο, όπως λέει, είχε καθαρά σατιρικό χαρακτήρα και πολιτικό σχολιασμό.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε, μία ανώνυμη καταγγελία στάθηκε αρκετή ώστε να κινηθεί προκαταρκτική διαδικασία εις βάρος του. Και εκεί ακριβώς ξεκινά το μεγάλο ερώτημα που πλανάται πλέον πάνω από την ελληνική κοινωνία: πού σταματά η σάτιρα και πού αρχίζει η ποινικοποίηση της άποψης; Πώς γίνεται άνθρωποι που σατιρίζουν πολιτικά πρόσωπα ή σχολιάζουν κοινωνικά ζητήματα να βρίσκονται αντιμέτωποι με εισαγγελικές διαδικασίες, την ώρα που σε άλλες περιπτώσεις δημόσιες δηλώσεις πολύ πιο βαριές φαίνεται να μην αγγίζουν κανέναν;
Ο Γρηγόρης Σερέτης έθεσε ευθέως το θέμα της επιλεκτικής ευαισθησίας. Από τη μία πλευρά, όπως ειπώθηκε, ενεργοποιούνται διαδικασίες για σατιρικές εκφράσεις ή πολιτικά βίντεο στο YouTube. Από την άλλη, πρόσωπα που κατά καιρούς έχουν προκαλέσει την κοινή γνώμη με δηλώσεις για ιστορικά ζητήματα ή εθνικά θέματα δεν φαίνεται να αντιμετωπίζουν αντίστοιχη μεταχείριση. Και αυτή ακριβώς η αντίφαση είναι που εξοργίζει μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας.
Η κουβέντα δεν έμεινε μόνο στο συγκεκριμένο περιστατικό. Επεκτάθηκε σε ένα γενικότερο κλίμα φόβου και πίεσης που, κατά τους συνομιλητές, επιχειρείται να επιβληθεί σε όσους ασκούν κριτική στην κυβέρνηση ή εκφράζουν συντηρητικές και πατριωτικές απόψεις. Ο Μάνος Γρυπάρης μίλησε για δεύτερη δικογραφία στην οποία ενεπλάκη μετά από δημόσιο σχολιασμό σχετικά με εκδήλωση drag queen για παιδιά, επιμένοντας ότι ουδέποτε προέτρεψε σε βία αλλά σε νόμιμη διαμαρτυρία.
Εκεί ακριβώς αναδείχθηκε και το βαθύτερο πρόβλημα της εποχής μας: η διαρκής προσπάθεια να βαφτίζεται «ρητορική μίσους» κάθε διαφορετική άποψη. Η κοινωνία σήμερα μοιάζει να κινείται σε τεντωμένο σχοινί. Λέξεις, σάτιρα, πολιτικός λόγος, ακόμη και κοινωνικές ανησυχίες μπαίνουν όλο και πιο συχνά στο μικροσκόπιο. Και πολλοί πολίτες αναρωτιούνται αν τελικά οδηγούμαστε σε μια κοινωνία όπου ο φόβος θα αντικαταστήσει την ελεύθερη έκφραση.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η αναφορά στο βρετανικό μοντέλο, το οποίο οι συνομιλητές χαρακτήρισαν παράδειγμα υπερβολικής καταστολής του δημόσιου λόγου. Ο Γρυπάρης υποστήριξε ότι στην Ευρώπη διαμορφώνεται σταδιακά ένα νέο πλαίσιο όπου η κριτική σε μεταναστευτικές πολιτικές ή κοινωνικές επιλογές αντιμετωπίζεται σχεδόν ως αδίκημα. Και αυτό, όπως είπε, γεννά οργή σε ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας που αισθάνεται ότι φιμώνεται.
Παράλληλα, η συζήτηση άγγιξε και το τεράστιο θέμα της εμπιστοσύνης προς τη Δικαιοσύνη. Ο Γρηγόρης Σερέτης αναφέρθηκε σε μεγάλες υποθέσεις που συγκλόνισαν την ελληνική κοινωνία, επισημαίνοντας ότι πολλοί πολίτες αισθάνονται πλέον πως υπάρχουν «δύο μέτρα και δύο σταθμά». Από τη μία ο απλός πολίτης που σέρνεται σε δικαστήρια για μία ανάρτηση ή μία έκφραση, και από την άλλη πολιτικά πρόσωπα ή ισχυροί παράγοντες που μοιάζουν να απολαμβάνουν ασυλία.
Το κλίμα δυσπιστίας απέναντι στο πολιτικό σύστημα και στους θεσμούς φαίνεται να βαθαίνει. Η ακρίβεια, η ανασφάλεια, η στεγαστική κρίση, η πίεση στην καθημερινότητα και οι συνεχείς αποκαλύψεις για σκάνδαλα δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα. Και μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ολοένα περισσότεροι πολίτες στρέφονται προς πιο έντονες, πιο πατριωτικές και πιο αντισυστημικές φωνές, αναζητώντας ανθρώπους που θα εκφράσουν την αγανάκτησή τους.
Ο Μάνος Γρυπάρης υποστήριξε ότι η Ευρώπη ήδη αλλάζει πολιτικά και ότι τα συντηρητικά κόμματα ενισχύονται σχεδόν παντού. Έφερε ως παραδείγματα τη Γαλλία, τη Γερμανία και την Αγγλία, εκτιμώντας ότι αργά ή γρήγορα αντίστοιχες πολιτικές αλλαγές θα υπάρξουν και στην Ελλάδα. Το μήνυμα που προσπάθησε να περάσει ήταν πως η αποχή δεν αποτελεί λύση και ότι οι πολίτες πρέπει να συμμετέχουν ενεργά στις εκλογές αν θέλουν να αλλάξει κάτι.
Από την άλλη πλευρά, ο Γρηγόρης Σερέτης έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο ζήτημα της κοινωνικής αντίδρασης με νόμιμο και πολιτικό τρόπο. Τόνισε ότι οι πολίτες δεν πρέπει να δίνουν αφορμές με ακραίες ενέργειες γιατί έτσι, όπως είπε, ενισχύεται η εικόνα που θέλουν κάποιοι να περάσουν για τους πατριωτικούς χώρους. Η μάχη, σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν, πρέπει να δίνεται πολιτικά, κοινωνικά και θεσμικά.
Το πιο ανησυχητικό όμως στοιχείο της συζήτησης ήταν ίσως το αίσθημα που αποτυπώθηκε πίσω από κάθε λέξη: το αίσθημα ότι η κοινωνία βρίσκεται σε σύγκρουση με τον ίδιο της τον εαυτό. Από τη μία η ανάγκη για ελευθερία λόγου και δημοκρατική έκφραση. Από την άλλη ένας αυξανόμενος μηχανισμός καταγγελιών, διώξεων και πολιτικής ορθότητας που πολλοί θεωρούν ασφυκτικό.
Και όσο αυτή η σύγκρουση βαθαίνει, τόσο περισσότερο μεγαλώνει η απόσταση ανάμεσα στους πολίτες και το πολιτικό σύστημα. Γιατί όταν ο κόσμος αρχίζει να πιστεύει ότι δεν μπορεί να μιλήσει ελεύθερα, όταν νιώθει ότι φοβάται ακόμη και μία ανάρτηση ή μία σάτιρα, τότε η δημοκρατία παύει να λειτουργεί όπως θα έπρεπε.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι η υπόθεση αυτή άνοιξε μία συζήτηση που δεν πρόκειται να κλείσει εύκολα. Μία συζήτηση για τα όρια της ελευθερίας, για την πολιτική ορθότητα, για τη λειτουργία της Δικαιοσύνης και για το κατά πόσο η Ελλάδα παραμένει μια χώρα όπου οι πολίτες μπορούν να εκφράζονται χωρίς φόβο. Και αυτή η συζήτηση, είτε συμφωνεί κανείς είτε διαφωνεί με τις απόψεις που ακούστηκαν, αφορά πλέον ολόκληρη την κοινωνία.



