Στην εκπομπή του Γρηγόρη Σερέτη «Κόντρα στο Σύστημα» στον Focus FM 103,6 και ΜΑΧΗ FM 99,8 – τα μόνα πατριωτικά ραδιόφωνα – βρέθηκε σήμερα καλεσμένος ο Ιωάννης Παπαζήσης, δημοσιογράφος και ερευνητής, και μίλησε για την υπόθεση των νέων ταυτοτήτων, των διαβατηρίων, του προσωπικού αριθμού και τον φόβο μιας κοινωνίας που, όπως υποστηρίζει, οδηγείται βήμα βήμα σε μια νέα μορφή ψηφιακού ελέγχου.
Μια συζήτηση που δεν περιορίστηκε μόνο σε γραφειοκρατικά ζητήματα. Αντιθέτως, εξελίχθηκε σε μια εκρηκτική καταγγελία απέναντι σε ένα κράτος που, σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν, δοκιμάζει τα όρια αντοχής και υποταγής του ελληνικού λαού. Από το διαβατήριο που ζητήθηκε πίσω από πολίτη, μέχρι τον προσωπικό αριθμό, τις ηλεκτρονικές ταυτότητες, την παρακολούθηση και τον φόβο του απόλυτου ελέγχου, η κουβέντα άνοιξε ζητήματα που «καίνε» χιλιάδες Έλληνες.
Ο Ιωάννης Παπαζήσης περιέγραψε ένα περιστατικό που, όπως είπε, του προκάλεσε σοκ. Αφού είχε εκδώσει κανονικά διαβατήριο με την παλαιού τύπου αστυνομική ταυτότητα, λίγους μήνες αργότερα δέχθηκε τηλεφώνημα από αστυνομικό τμήμα που του ζητούσε να επιστρέψει το διαβατήριο για ακύρωση. Ο λόγος; Ότι η ταυτότητά του ήταν άνω των 20 ετών.
Εκεί όμως άρχισε η σύγκρουση. Ο δημοσιογράφος επικαλέστηκε δημόσια ΦΕΚ, σύμφωνα με το οποίο οι παλαιές ταυτότητες παραμένουν σε ισχύ έως το 2027, ανεξαρτήτως ημερομηνίας έκδοσης. Και τότε έθεσε το ερώτημα που πολλοί φοβούνται να πουν φωναχτά: γιατί ξαφνικά αυτή η πίεση για νέες ταυτότητες και προσωπικό αριθμό;
Η συζήτηση πήρε γρήγορα πολιτικές και κοινωνικές διαστάσεις. Ο Γρηγόρης Σερέτης έκανε λόγο για έναν μηχανισμό που δημιουργεί ένα ενιαίο ψηφιακό προφίλ για κάθε πολίτη. Ένα προφίλ που θα συνδέει ΑΜΚΑ, ΑΦΜ, τραπεζικά δεδομένα, συναλλαγές, ακόμη και προσωπικές συνήθειες. Όπως ειπώθηκε χαρακτηριστικά, «από τρία διαφορετικά κλειδιά, πάμε σε ένα κλειδί που ανοίγει τα πάντα».
Και εκεί αρχίζει ο μεγάλος φόβος. Διότι όταν όλα συγκεντρώνονται σε ένα σημείο, τότε η παρακολούθηση, η χειραγώγηση και η ψηφιακή εξάρτηση γίνονται ευκολότερες από ποτέ. Στην εκπομπή αναφέρθηκαν παραδείγματα hacking κρατικών υπηρεσιών, διαρροών δεδομένων και οικονομικού ελέγχου πολιτών στο εξωτερικό. Οι συνομιλητές υποστήριξαν ότι το πρόβλημα δεν είναι η τεχνολογία αυτή καθαυτή, αλλά ποιος τη διαχειρίζεται και για ποιο σκοπό.
Γιατί όταν ένας πολίτης εξαρτάται αποκλειστικά από ψηφιακά μέσα, τότε, όπως ειπώθηκε, μπορεί να βρεθεί από τη μια στιγμή στην άλλη «σβησμένος» από το σύστημα. Χωρίς πρόσβαση σε χρήματα, υπηρεσίες ή ακόμη και βασικά δικαιώματα.
Η κουβέντα πήγε ακόμη πιο βαθιά, με αναφορές στην περίοδο της πανδημίας, όπου σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν, εφαρμόστηκαν πρακτικές κοινωνικού διαχωρισμού και εξαναγκασμού. Οι καλεσμένοι υποστήριξαν ότι τότε δοκιμάστηκε η ανοχή των πολιτών και τώρα, με τις νέες ταυτότητες και τον προσωπικό αριθμό, επιχειρείται το επόμενο βήμα.
«Ψηφιακή σκλαβιά». Αυτή ήταν η φράση που επαναλήφθηκε ξανά και ξανά. Μια κοινωνία χωρίς μετρητά. Μια κοινωνία όπου κάθε συναλλαγή θα παρακολουθείται. Μια κοινωνία όπου ο πολίτης θα εξαρτάται από ένα ψηφιακό σύστημα που θα μπορεί να τον επιβραβεύει ή να τον τιμωρεί ανάλογα με τη συμπεριφορά του.
Και το ερώτημα που προκύπτει είναι αμείλικτο: υπερβολές ή προειδοποιήσεις που αύριο θα αποδειχθούν αληθινές; Διότι ανεξάρτητα από το αν κάποιος συμφωνεί ή διαφωνεί με τις τοποθετήσεις, ένα πράγμα δεν μπορεί να αγνοηθεί: ολοένα και περισσότεροι πολίτες νιώθουν ότι χάνουν τον έλεγχο της ζωής τους. Βλέπουν αποφάσεις να λαμβάνονται χωρίς ουσιαστική ενημέρωση, χωρίς διαφάνεια και χωρίς πραγματικό δημόσιο διάλογο.
Στη συνέχεια της εκπομπής, η συζήτηση στράφηκε στην πολιτική κατάσταση της χώρας. Ο Ιωάννης Παπαζήσης μίλησε για κόμματα της «νέας τάξης πραγμάτων», για πολιτικούς που όπως υποστήριξε, λειτουργούν περισσότερο ως διαχειριστές παρά ως εκπρόσωποι του ελληνικού λαού. Από την άλλη πλευρά, ο Γρηγόρης Σερέτης έθεσε το ζήτημα της αδιαφορίας και της απογοήτευσης των πολιτών, ειδικά των νέων ανθρώπων που βλέπουν το μέλλον τους να χτίζεται πάνω σε χρέη, αβεβαιότητα και οικονομική εξάρτηση.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε η αναφορά στο γεγονός ότι, σύμφωνα με δημοσκοπήσεις που επικαλέστηκαν οι συνομιλητές, μεγάλο ποσοστό πολιτών θεωρεί ότι οι νόμοι εφαρμόζονται επιλεκτικά και ότι το κράτος δικαίου έχει τραυματιστεί σοβαρά. Και κάπου εκεί ήρθε η μεγάλη καταγγελία: ότι η κοινωνία οδηγείται σκόπιμα σε έναν κόσμο χωρίς έθνη, χωρίς παραδόσεις και χωρίς ταυτότητα. Έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι θα αντιμετωπίζονται ως αριθμοί μέσα σε ένα παγκόσμιο σύστημα ελέγχου.
Η συζήτηση πέρασε ακόμη και σε ζητήματα μασονίας, παγκοσμιοποίησης και παρασκηνιακών κέντρων εξουσίας, με βαριές αναφορές και καταγγελίες. Το κλίμα έγινε εκρηκτικό, αποτυπώνοντας όχι μόνο την οργή των συνομιλητών αλλά και το τεράστιο έλλειμμα εμπιστοσύνης που υπάρχει πλέον απέναντι σε θεσμούς, πολιτικούς και ΜΜΕ.
Όμως πίσω από όλες τις υπερβολές, τις θεωρίες και τις βαριές κουβέντες, κρύβεται μια αλήθεια που δεν μπορεί να αμφισβητήσει κανείς: οι πολίτες φοβούνται. Φοβούνται ότι το κράτος γνωρίζει όλο και περισσότερα. Φοβούνται ότι η τεχνολογία χρησιμοποιείται όχι μόνο για διευκόλυνση αλλά και για έλεγχο. Φοβούνται ότι η ελευθερία συρρικνώνεται αργά, σταδιακά και σχεδόν αθόρυβα.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο επικίνδυνο απ’ όλα. Γιατί όταν ένας λαός χάνει την εμπιστοσύνη του στους θεσμούς, τότε ανοίγει ο δρόμος για ακραίες αντιδράσεις, διχασμό και κοινωνική έκρηξη. Η Ελλάδα του 2026 μοιάζει πιο κουρασμένη από ποτέ. Οι πολίτες νιώθουν προδομένοι, πιεσμένοι οικονομικά και εγκλωβισμένοι σε μια καθημερινότητα όπου όλα αλλάζουν χωρίς να τους ρωτά κανείς.
Η εκπομπή έκλεισε με κάλεσμα αντίστασης και αφύπνισης. «Μην σκύβετε το κεφάλι», ειπώθηκε χαρακτηριστικά. Ένα σύνθημα που μπορεί για κάποιους να ακούγεται υπερβολικό, για άλλους όμως εκφράζει την αγωνία μιας εποχής όπου ο άνθρωπος φοβάται πως χάνει όχι μόνο τα προσωπικά του δεδομένα, αλλά και την ίδια του την ελευθερία.


