«Αν στέλναμε δύο μεραρχίες θα είχαν σωθεί οι Πόντιοι» : Γρηγόρης Σερέτης, Ιωάννης Αντωνόπουλος

Η συγκλονιστική αλήθεια για μία από τις πιο αιματοβαμμένες και τραγικές σελίδες της ελληνικής ιστορίας

focusfm.gr
19 Μαΐου 2026, 23:09

Στην εκπομπή του Γρηγόρη Σερέτη «Κόντρα στο Σύστημα» στον Focus FM 103,6 και ΜΑΧΗ FM 99,8 – τα μόνα πατριωτικά ραδιόφωνα – βρέθηκε στο επίκεντρο η ιστορική μνήμη του ποντιακού ελληνισμού και η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, μία από τις πιο αιματοβαμμένες και τραγικές σελίδες της ελληνικής ιστορίας. Με μαρτυρίες που ραγίζουν καρδιές, ιστορικά στοιχεία που δεν επιδέχονται αμφισβήτηση και αναφορές στις σφαγές, τους διωγμούς και τον ξεριζωμό, η εκπομπή ανέδειξε την αλήθεια που επί δεκαετίες επιχειρούν ορισμένοι να θάψουν κάτω από πολιτικές σκοπιμότητες και διεθνείς ισορροπίες.

Η γενοκτονία των Ποντίων δεν ήταν μια «παράπλευρη απώλεια» πολέμου. Δεν ήταν μια απλή σύγκρουση πληθυσμών. Ήταν οργανωμένο σχέδιο εξόντωσης του ελληνικού στοιχείου από τις πατρογονικές του εστίες στον Εύξεινο Πόντο. Ένας ολόκληρος λαός, που έζησε επί χιλιάδες χρόνια στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας, βρέθηκε στο στόχαστρο του ακραίου τουρκικού εθνικισμού.

Από την Τραπεζούντα μέχρι τη Σαμψούντα και από την Κερασούντα μέχρι τη Σινώπη, οι ελληνικές κοινότητες άνθισαν πολιτισμικά, οικονομικά και πνευματικά. Διατήρησαν γλώσσα, πίστη, σχολεία, εκκλησίες, παραδόσεις και ταυτότητα ακόμη και κάτω από την οθωμανική κυριαρχία. Αυτό ακριβώς το πείσμα να παραμείνουν Έλληνες ήταν που τους έκανε στόχο.

Με την άνοδο των Νεότουρκων το 1908 ξεκίνησε το σχέδιο «εκκαθάρισης». Οι χριστιανικοί πληθυσμοί θεωρήθηκαν εσωτερικός εχθρός και μπήκαν στο στόχαστρο ενός οργανωμένου μηχανισμού εξόντωσης. Οι Έλληνες του Πόντου κατηγορήθηκαν ότι δήθεν συνεργάζονταν με τη Ρωσία και αυτό χρησιμοποιήθηκε ως πρόσχημα για τις μαζικές διώξεις.

Άνδρες από 15 έως 60 ετών αρπάχτηκαν από τα σπίτια τους και οδηγήθηκαν στα διαβόητα «τάγματα εργασίας», τα αμελέ ταμπουρού. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για στρατόπεδα θανάτου. Χωρίς τροφή, χωρίς ιατρική φροντίδα, μέσα στο χιόνι και στην παγωνιά, οι Πόντιοι αναγκάζονταν να σπάνε πέτρες, να ανοίγουν δρόμους και να κουβαλούν υλικά μέχρι να πεθάνουν από εξάντληση. Όσοι δεν άντεχαν, εκτελούνταν επιτόπου.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, ξεκίνησαν και οι πορείες θανάτου. Γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι εκτοπίζονταν προς το εσωτερικό της Ανατολίας. Περπατούσαν εκατοντάδες χιλιόμετρα χωρίς νερό και τροφή. Μανάδες έβλεπαν τα παιδιά τους να ξεψυχούν στην αγκαλιά τους. Χωριά ολόκληρα πυρπολούνταν. Η Σαμψούντα, η Πάφρα και δεκάδες άλλες περιοχές μετατράπηκαν σε τόπους μαρτυρίου. Αμερικανοί διπλωμάτες της εποχής, όπως ο πρέσβης Χένρι Μόργκενταου, περιέγραφαν τις εκτοπίσεις ως οργανωμένη εκστρατεία εξόντωσης.

Ιδιαίτερη θέση στην ιστορική μνήμη κατέχει η καταστροφή της Σάντας. Τα επτά ελληνικά χωριά της περιοχής προσπάθησαν να αντισταθούν στις κεμαλικές δυνάμεις. Οι Πόντιοι ανέβηκαν στα βουνά, οργανώθηκαν και πολέμησαν για την επιβίωσή τους. Πολλοί πέθαναν από το κρύο και την πείνα μέσα σε σπηλιές και καταφύγια, αλλά δεν παραδόθηκαν.

Την ίδια ώρα, στην Αμάσεια στήνονταν τα λεγόμενα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας», παρωδίες δικαιοσύνης που οδηγούσαν δεκάδες επιφανείς Έλληνες στον θάνατο μόνο και μόνο επειδή ήταν Έλληνες και Χριστιανοί. Ανάμεσά τους ο δημοσιογράφος Νίκος Καπετανίδης και πολλοί δάσκαλοι, ιερείς και κοινοτικοί ηγέτες.

Η 19η Μαΐου 1919 αποτελεί την πιο συμβολική ημερομηνία της γενοκτονίας. Η αποβίβαση του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ στη Σαμψούντα σηματοδότησε τη φονικότερη φάση των διώξεων. Οι παρακρατικές συμμορίες των τσετών λεηλατούσαν χωριά, βίαζαν γυναίκες, βασάνιζαν ιερείς και αποκεφάλιζαν αμάχους. Οι δημόσιες εκτελέσεις χρησιμοποιήθηκαν ως μέσο τρομοκράτησης. Σύμφωνα με ιστορικές εκτιμήσεις, περίπου 353.000 Έλληνες του Πόντου χάθηκαν μέσα από σφαγές, πείνα, κακουχίες και βασανιστήρια.

Κι όμως, παρά τη φωτιά και το αίμα, ο Πόντος δεν χάθηκε. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και τη Συνθήκη της Λοζάνης, οι επιζώντες έφτασαν στην Ελλάδα ξεριζωμένοι και εξαθλιωμένοι. Στη Μακεδονία και στη Θράκη έχτισαν νέα χωριά, ξαναέστησαν τις ζωές τους από το μηδέν και κράτησαν ζωντανές τις μνήμες. Η ποντιακή λύρα, οι χοροί, η γλώσσα και τα τραγούδια έγιναν το καταφύγιο της ψυχής τους. Ο πυρρίχιος, η σέρα, το κότσαρι και ο ομάλ δεν είναι απλοί χοροί. Είναι μνήμη, αντίσταση και ταυτότητα.

Τα ποντιακά τραγούδια μιλούν για ξεριζωμό, για χαμένες πατρίδες και για ανθρώπους που έφυγαν κρατώντας μόνο μια εικόνα και λίγα ρούχα. «Την πατρίδα μ’ έχασα» τραγουδούν ακόμη οι απόγονοι εκείνων που εκδιώχθηκαν βίαια από τις εστίες τους. Και μέσα σε αυτούς τους στίχους κρύβεται όλος ο πόνος ενός λαού που είδε τις εκκλησίες του να γκρεμίζονται, τις περιουσίες του να δημεύονται και τις πόλεις του να αλλάζουν όνομα για να σβηστεί κάθε ελληνικό ίχνος.

Η Ελληνική Βουλή αναγνώρισε επίσημα τη γενοκτονία το 1994. Ωστόσο, μέχρι σήμερα η Τουρκία αρνείται τον όρο «γενοκτονία», προκαλώντας νέες πληγές στη συλλογική μνήμη. Κι όμως, όσο κι αν κάποιοι επιχειρούν να ξαναγράψουν την ιστορία, η αλήθεια παραμένει. Δεν μπορεί να σβηστεί το αίμα των αθώων, ούτε να διαγραφεί η μνήμη ενός ολόκληρου λαού.

Ο Πόντος δεν είναι μόνο μια χαμένη πατρίδα. Είναι ρίζα, είναι ταυτότητα, είναι ψυχή. Ζει στη λύρα που δακρύζει, στους χορούς που ενώνουν τα χέρια σαν όρκο, στις ιστορίες των παππούδων και στις σημαίες που σηκώνονται κάθε 19 Μαΐου.

Γιατί η μνήμη δεν είναι εκδίκηση. Είναι ευθύνη. Και οι Έλληνες του Πόντου απέδειξαν ότι μπορεί να τους ξερίζωσαν από τη γη τους, αλλά δεν κατάφεραν ποτέ να ξεριζώσουν την ψυχή τους.

'; var d = f.contentWindow.document; d.open(); d.write(html); d.close(); })();
";var d = f.contentWindow.document; d.open(); d.write(html); d.close(); })();