Αμέτρητες μαρτυρίες και αποδείξεις για τη Γενοκτονία των Ποντίων – Γρηγόρης Σερέτης, Φάνης Κοντοχρήστος

Συνταρακτικές μαρτυρίες για την μεγάλη σφαγή

focusfm.gr
20 Μαΐου 2026, 00:01

Στην εκπομπή του Γρηγόρη Σερέτη «Κόντρα στο Σύστημα» στον Focus FM 103,6 και ΜΑΧΗ FM 99,8 – τα μόνα πατριωτικά ραδιόφωνα – βρέθηκε σήμερα καλεσμένος ο Φάνης Κοντοχρήστος, πρόεδρος του Συλλόγου Ποντίων Μπαμπαλιού – Ξεχασμένες Πατρίδες, και μίλησε για τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, τις μαρτυρίες των επιζώντων, τη βαρβαρότητα των Νεότουρκων και τη μάχη για τη διεθνή αναγνώριση.

19 Μαΐου. Μια ημερομηνία που δεν είναι απλώς ιστορική. Είναι πληγή. Είναι κραυγή. Είναι το αίμα 353.000 ψυχών που ζητά ακόμη δικαίωση. Γιατί η Γενοκτονία των Ποντίων δεν είναι ένα «παλιό γεγονός» που κάποιοι θέλουν να ξεχαστεί μέσα στα βιβλία της ιστορίας. Είναι η απόδειξη πως ο ελληνισμός κυνηγήθηκε, ξεριζώθηκε, σφαγιάστηκε και οδηγήθηκε σε πορείες θανάτου μόνο και μόνο επειδή ήταν ελληνικός και χριστιανικός.

Οι μαρτυρίες που ακούστηκαν στην εκπομπή προκαλούν σοκ. Όχι γιατί είναι υπερβολικές. Αλλά γιατί είναι αληθινές. Παιδιά που πέθαιναν στην αγκαλιά των μανάδων τους και εγκαταλείπονταν στους δρόμους. Άνθρωποι που περπατούσαν ξυπόλητοι μέσα σε χιόνια και ποτάμια μέχρι να καταρρεύσουν. Καραβάνια θανάτου. Καράβια γεμάτα εξαθλιωμένους πρόσφυγες, στοιβαγμένους σαν ζώα. Πτώματα πεταμένα στη θάλασσα. Γυναίκες και γέροντες να αφήνουν την τελευταία τους πνοή στην πορεία προς το άγνωστο.

Και απέναντι σε όλα αυτά; Η γνωστή τουρκική άρνηση. Η ίδια πολιτική που μέχρι σήμερα προσπαθεί να βαφτίσει τη Γενοκτονία «απώλειες πολέμου». Λες και οι πορείες εξόντωσης, οι σφαγές, οι βιασμοί και οι εκτοπισμοί ήταν… στρατιωτικές συγκρούσεις. Λες και τα χιλιάδες παιδιά που πέθαναν από πείνα και ελονοσία ήταν στρατιώτες.

Ο Φάνης Κοντοχρήστος μίλησε για τον τρόπο με τον οποίο οι Νεότουρκοι, και αργότερα το καθεστώς του Μουσταφά Κεμάλ, επιχείρησαν να εξαφανίσουν κάθε ελληνικό και χριστιανικό στοιχείο στον Πόντο. Από το 1914 μέχρι το 1923, οι Έλληνες του Πόντου πέρασαν μέσα από δύο φάσεις εξόντωσης: τα τάγματα εργασίας, τις εκτοπίσεις, τις κακουχίες και έπειτα την οργανωμένη σφαγή με την άνοδο του Κεμάλ.

Και όμως, ακόμη και μέσα στην κόλαση, υπήρξαν άνθρωποι που δεν λύγισαν. Οι αντάρτες του Πόντου, εγκαταλελειμμένοι από όλους, ανέβηκαν στα βουνά και πολέμησαν μέχρι τέλους. Με ελάχιστα όπλα, μέσα στο κρύο και την πείνα, αντιστάθηκαν απέναντι σε έναν ολόκληρο μηχανισμό εξόντωσης. Δεν περίμεναν βοήθεια από κανέναν. Ήξεραν ότι αν παραδίνονταν, θα σφαγιάζονταν.

Συγκλονιστική ήταν και η προσωπική μαρτυρία που μεταφέρθηκε από τη γιαγιά του καλεσμένου. Μια γυναίκα που κουβαλούσε κρυφά ψωμί και τυρί στους αντάρτες, κρύβοντάς τα κάτω από κοπριά για να μην την καταλάβουν οι Τούρκοι. Και όταν οι διώκτες την ανάγκασαν να τους φωνάξει να εμφανιστούν, εκείνη βρήκε τρόπο να τους προειδοποιήσει στα ποντιακά: «Ελάτε και μην έρχεστε». Μια φράση που έσωσε ζωές.

Αυτές οι ιστορίες δεν είναι «λαογραφία». Είναι ντοκουμέντα ψυχής. Είναι η ζωντανή απόδειξη ότι η γενοκτονία υπήρξε και άφησε πίσω της τραύματα που πέρασαν από γενιά σε γενιά.

Και το πιο εξοργιστικό; Ότι η διεθνής αναγνώριση παραμένει ελάχιστη. Μόλις λίγα κράτη έχουν αναγνωρίσει επίσημα τη Γενοκτονία των Ποντίων: η Ελλάδα το 1994, η Σουηδία, η Αρμενία και η Ολλανδία. Την ίδια ώρα, η Τουρκία συνεχίζει να τιμά πρόσωπα που συνδέθηκαν με τις σφαγές, να στήνει μουσεία και να παρουσιάζει τους θύτες ως «ήρωες».

Και σαν να μην έφτανε αυτό, τα ελληνικά και ορθόδοξα μνημεία του Πόντου αφήνονται να ρημάζουν. Η Παναγία Σουμελά, η Αγία Σοφία της Τραπεζούντας, οι ιστορικές Μονές και τα σχολεία του ελληνισμού, αντιμετωπίζονται είτε ως τουριστικά αξιοθέατα είτε ως ενοχλητικά απομεινάρια ενός πολιτισμού που κάποιοι θέλουν να σβήσουν. Οι εικόνες ξυσμένες. Οι τοιχογραφίες κατεστραμμένες. Η ιστορία βανδαλισμένη.

Ο καλεσμένος περιέγραψε το σοκ που ένιωσε όταν επισκέφθηκε το χωριό των προγόνων του στον Πόντο. Εγκαταλελειμμένα σπίτια. Ερειπωμένες εκκλησίες. Μια γη που μοιάζει να σταμάτησε στον χρόνο από το 1922. Σαν να πάγωσε η ιστορία την στιγμή του ξεριζωμού.

Και όμως, οι Πόντιοι που έφτασαν στην Ελλάδα δεν βρήκαν ανοιχτές αγκαλιές. Σε πολλές περιοχές αντιμετωπίστηκαν ως ξένοι. Ως πρόσφυγες ανεπιθύμητοι. Άνθρωποι εξαθλιωμένοι που έπρεπε να ξαναχτίσουν τη ζωή τους από το μηδέν μέσα σε βουνά, λάσπες και πρόχειρες καλύβες. Παρ’ όλα αυτά, δούλεψαν, δημιούργησαν, πρόκοψαν. Έστησαν χωριά, εργαστήρια, μικρές βιοτεχνίες. Έφεραν μαζί τους πολιτισμό, πίστη και αξιοπρέπεια.

Η φράση «Στην πατρίδα μου ήμουν Έλληνας και στην Ελλάδα ξένος» δεν γράφτηκε τυχαία. Κουβαλά τον πόνο ενός λαού που έχασε τα πάντα, αλλά δεν έχασε ποτέ την ταυτότητά του.

Σήμερα, οι εκδηλώσεις μνήμης σε όλη την Ελλάδα δεν είναι απλώς τελετές. Είναι πράξεις αντίστασης απέναντι στη λήθη. Λαμπαδηδρομίες, επιμνημόσυνες δεήσεις, ομιλίες, ποντιακά μνημόσυνα και εκδηλώσεις νεολαίας κρατούν ζωντανή τη μνήμη των προγόνων.

Γιατί οι Πόντιοι δεν ζητούν εκδίκηση. Ζητούν αλήθεια. Ζητούν δικαίωση. Ζητούν να ειπωθεί ξεκάθαρα αυτό που κάποιοι ακόμη φοβούνται να παραδεχθούν: ότι στον Πόντο διαπράχθηκε Γενοκτονία.

Και όσο υπάρχουν άνθρωποι που κρατούν ζωντανές τις μαρτυρίες, όσο υπάρχουν παιδιά και εγγόνια που θυμούνται, όσο ακούγεται η ποντιακή λύρα και υψώνεται η ελληνική σημαία στις εκδηλώσεις μνήμης, η ιστορία αυτή δεν θα σβήσει ποτέ.

Γιατί οι νεκροί του Πόντου δεν ζητούν δάκρυα. Ζητούν να μην ξεχαστούν ποτέ.