Σοβαρά ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα των δομών πρόληψης και περίθαλψης στη χώρα μας εγείρει η νέα έρευνα του ΟΟΣΑ, η οποία κατατάσσει την Ελλάδα στην πρώτη θέση σε θνησιμότητα από καρκίνο στην Ευρώπη και στη δεύτερη παγκοσμίως, πίσω μόνο από την Ιαπωνία.
Με τον μέσο όρο των εκτιμώμενων θανάτων να αγγίζει τους 343 ανά 100.000 κατοίκους, έναντι 271 της υπόλοιπης Ευρώπης, η υγειονομική κοινότητα κρούει τον κώδωνα του κινδύνου. Παρότι ο δείκτης αυτός επηρεάζεται από τη δημογραφική γήρανση του πληθυσμού, η ουσία του προβλήματος παραμένει βαθιά δομική, όπως εξηγεί στην kathimerini ο καθηγητής Παθολογίας και Ογκολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Κωνσταντίνος Συρίγος, αναλύοντας τις αιτίες αυτής της αποτυχίας.
Η πρώτη βασική αιτία εντοπίζεται στην καθολική απουσία κουλτούρας πρόληψης και στον ανθυγιεινό τρόπο ζωής που υιοθετούν οι Έλληνες, δεδομένου ότι ο καρκίνος αποτελεί κυρίως ένα περιβαλλοντικό νόσημα. Τα στατιστικά στοιχεία αποκαλύπτουν ότι το ποσοστό των καπνιστών στη χώρα μας φτάνει το 29% έναντι 24% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ το 34% των ενηλίκων είναι παχύσαρκοι και το 40% εμφανίζει ανεπαρκή σωματική δραστηριότητα.
Παράλληλα, καταγράφεται υψηλή έκθεση σε μικροσωματίδια ατμοσφαιρικής ρύπανσης και εξαιρετικά χαμηλά ποσοστά καθημερινής κατανάλωσης φρούτων και λαχανικών. Η ίδια απογοητευτική εικόνα αποτυπώνεται και σε άλλα μη μεταδοτικά νοσήματα, με την Ελλάδα να ξεπερνά την Ευρωπαϊκή Ένωση σε θανάτους από καρδιαγγειακά και χρόνια αναπνευστικά προβλήματα, παρουσιάζοντας καλύτερες επιδόσεις μόνο στον διαβήτη τύπου 2.
Πέρα από τα ελλείμματα στην πρόληψη, η χώρα μας παρουσιάζει δραματική υστέρηση στην έγκαιρη διάγνωση συχνών μορφών καρκίνου, όπως του πνεύμονα, του παχέος εντέρου και του προστάτη, καθώς οι σχετικές εξετάσεις δεν έχουν ενταχθεί στην καθημερινότητα των πολιτών ούτε στοχεύουν επαρκώς τις ομάδες υψηλού κινδύνου. Το πρόβλημα διογκώνεται εξαιτίας των πολύμηνων καθυστερήσεων που μεσολαβούν μέχρι την έναρξη της θεραπείας.
Το Εθνικό Σύστημα Υγείας στερείται οργανωμένων υποδομών και εξειδικευμένου προσωπικού που θα καθοδηγεί τον ασθενή, με αποτέλεσμα ο ίδιος να επωμίζεται την εύρεση εξετάσεων και ραντεβού, ενώ συχνά χάνονται κρίσιμες βιοψίες. Αν και έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος στην πρόσβαση σε καινοτόμα φάρμακα και κλινικές μελέτες, οι κάτοικοι απομακρυσμένων περιοχών παραμένουν αποκλεισμένοι λόγω έλλειψης τηλεϊατρικής, την ίδια ώρα που η υπολειτουργία των ογκολογικών συμβουλίων στα νοσοκομεία στερεί από τους ασθενείς μια ολοκληρωμένη και επιστημονικά τεκμηριωμένη ιατρική καθοδήγηση.


