Σκληρή κριτική στην κυβερνητική πολιτική για την αντιμετώπιση της ακρίβειας άσκησε ο πρόεδρος της Ένωσης Εργαζομένων Καταναλωτών Ελλάδας, Απόστολος Ραυτόπουλος, μιλώντας στον Focus FM 103.6, και στην Δέσποινα Μποτίτση, υποστηρίζοντας ότι οι μέχρι σήμερα παρεμβάσεις δεν έχουν αποδώσει ουσιαστικά αποτελέσματα στην αγορά.
«Δεν δικαιολογούνται οι τιμές στα καύσιμα»
Ο κ. Ραυτόπουλος επισήμανε ότι η διεθνής τιμή του πετρελαίου Brent έχει επιστρέψει περίπου στα ίδια επίπεδα με αυτά πριν από τον πόλεμο, κοντά στα 72 δολάρια το βαρέλι, ωστόσο οι τιμές των καυσίμων παραμένουν αισθητά υψηλότερες. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, «δεν υπάρχει αντιστοίχιση μεταξύ της τιμής του βαρελιού και της τιμής που πληρώνει σήμερα ο καταναλωτής».
«Η πλατφόρμα “Πόσο Κάνει” απέτυχε – Πού είναι οι μειώσεις 6%;»
Αναφερόμενος στην πλατφόρμα σύγκρισης τιμών «Πόσο Κάνει», τόνισε ότι δεν λειτούργησε ούτε ως εργαλείο καταπολέμησης της ακρίβειας ούτε ως μέσο ενίσχυσης του ανταγωνισμού. Σύμφωνα με τον ίδιο, πρόκειται για ακόμη μία πλατφόρμα που προστέθηκε στις ήδη υπάρχουσες εφαρμογές και στα ηλεκτρονικά καταστήματα των αλυσίδων σούπερ μάρκετ, χωρίς να προσφέρει ουσιαστικό όφελος στους καταναλωτές.
Ο πρόεδρος της Ένωσης Εργαζομένων Καταναλωτών στάθηκε ιδιαίτερα στην κατάργηση του πλαφόν στο μικτό περιθώριο κέρδους, υποστηρίζοντας ότι αυτό αποτέλεσε το βασικό αποτέλεσμα της πρόσφατης συνάντησης της κυβέρνησης με εκπροσώπους της βιομηχανίας τροφίμων και των σούπερ μάρκετ.
Παράλληλα, αμφισβήτησε τις δηλώσεις του υπουργείου περί μείωσης κατά 6% των τιμών σε 2.000 προϊόντα, καλώντας την κυβέρνηση να δημοσιοποιήσει αναλυτικά τους συγκεκριμένους κωδικούς. Όπως υπογράμμισε, η Ένωση διαθέτει ιστορικά στοιχεία τιμών πολλών ετών και μπορεί να ελέγξει την πραγματική εικόνα της αγοράς.
«Γιατί όχι από την 1η Ιουλίου και να περιμένουν τα νοικοκυριά μέχρι τον Σεπτέμβριο;»
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην εξαγγελία ότι από τον Σεπτέμβριο θα ξεκινήσει αποκλιμάκωση των τιμών στα τρόφιμα και στα είδη πρώτης ανάγκης. «Γιατί όχι από την 1η Ιουλίου; Τα ελληνικά νοικοκυριά δεν έχουν την πολυτέλεια να περιμένουν άλλους δύο μήνες», διερωτήθηκε, σημειώνοντας ότι ο πληθωρισμός στην Ελλάδα εξακολουθεί να κινείται σημαντικά υψηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
«Βρεφικά γάλατα έως και 200% ακριβότερα από άλλες ευρωπαϊκές χώρες»
Ο κ. Ραυτόπουλος κατήγγειλε ακόμη ότι βασικά προϊόντα, όπως βρεφικά γάλατα και βρεφικές κρέμες, εξακολουθούν να πωλούνται στην Ελλάδα σε τιμές που σε ορισμένες περιπτώσεις ξεπερνούν ακόμη και κατά 200% τις αντίστοιχες τιμές άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Υπενθύμισε μάλιστα ότι ήδη από το 2023 είχε αναδειχθεί το ζήτημα της τιμολογιακής πολιτικής των πολυεθνικών, χωρίς –όπως είπε– να υπάρξει ουσιαστική αλλαγή.
Επικριτικός εμφανίστηκε και απέναντι στις προηγούμενες συμφωνίες για μειώσεις τιμών, λέγοντας ότι αφορούσαν κυρίως προϊόντα χαμηλής ζήτησης και όχι βασικά αγαθά που επιβαρύνουν καθημερινά τον οικογενειακό προϋπολογισμό ενώ ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στο φαινόμενο της «συρρίκνωσης συσκευασίας» (shrinkflation), επισημαίνοντας ότι πολλές εταιρείες μειώνουν την ποσότητα των προϊόντων διατηρώντας ή ακόμη και αυξάνοντας την τιμή τους. Έφερε ως παραδείγματα γιαούρτια, απορρυπαντικά, αλλαντικά, τυροκομικά, σνακ και άλλα συσκευασμένα προϊόντα, όπου –όπως είπε– ο καταναλωτής πληρώνει περισσότερα για μικρότερη ποσότητα.
«Λιγότερος ανταγωνισμός, ακριβότερα προϊόντα και μικρότερες συσκευασίες»
Ο πρόεδρος της Ένωσης άσκησε επίσης κριτική στην πλατφόρμα «Πόσο Κάνει», επειδή δεν περιλαμβάνει σημαντικές κατηγορίες προϊόντων όπως κρέατα, αλλαντικά και τυροκομικά, ενώ υποστήριξε ότι ο αριθμός των προϊόντων που εμφανίζονται έχει μειωθεί σε σχέση με την έναρξη λειτουργίας της.
Τέλος, εξέφρασε ανησυχία για τη συρρίκνωση του ανταγωνισμού στην αγορά, καθώς –όπως ανέφερε– οι μεγάλες αλυσίδες εξαγοράζουν μικρότερες επιχειρήσεις, ενώ χιλιάδες προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας δεν μπορούν να συγκριθούν με αντίστοιχα άλλων αλυσίδων, περιορίζοντας ουσιαστικά τη δυνατότητα επιλογής του καταναλωτή.
«Η μάχη κατά της ακρίβειας δεν κερδίζεται με εφαρμογές και συμφωνίες κυρίων. Χρειάζονται ουσιαστικοί έλεγχοι, πραγματικός ανταγωνισμός και αποτελεσματική εποπτεία της αγοράς», κατέληξε ο Απόστολος Ραυτόπουλος.


