Η προδοσία της Κύπρου – Γρηγόρης Σερέτης, Κωνσταντίνος Χατζηδάκης

«52 χρόνια μετά, εξακολουθούν να διατυπώνονται ερωτήματα για τα λάθη, τις ευθύνες, τις διεθνείς παρεμβάσεις και τις αποφάσεις που σημάδεψαν την πορεία του Ελληνισμού»

focusfm.gr
20 Ιουλίου 2026, 21:21

Πριν από κάθε εθνική επέτειο που αφορά την Κύπρο, η δημόσια συζήτηση αναζωπυρώνεται. Τα γεγονότα του Ιουλίου και του Αυγούστου του 1974 εξακολουθούν να προκαλούν έντονες αντιπαραθέσεις, διαφορετικές ιστορικές αναγνώσεις και πολιτικές τοποθετήσεις. Πενήντα και πλέον χρόνια μετά, εξακολουθούν να διατυπώνονται ερωτήματα για τα λάθη, τις ευθύνες, τις διεθνείς παρεμβάσεις και τις αποφάσεις που σημάδεψαν την πορεία του Ελληνισμού.

Στην εκπομπή του Γρηγόρη Σερέτη «Κόντρα στο Σύστημα», στον Focus FM 103,6 και ΜΑΧΗ FM 99,8 – τα μόνα πατριωτικά ραδιόφωνα – φιλοξενήθηκε ο απόστρατος αξιωματικός Κωνσταντίνος Χατζηδάκης, ο οποίος κατέθεσε τη δική του προσέγγιση για τα γεγονότα της κυπριακής τραγωδίας, παρουσιάζοντας τη δική του ερμηνεία για τις ευθύνες, τις διεθνείς εξελίξεις και τις πολιτικές αποφάσεις εκείνης της περιόδου. Πρόκειται για τις προσωπικές του απόψεις, όπως διατυπώθηκαν στη διάρκεια της συνέντευξης.

Ο κ. Χατζηδάκης υποστήριξε ότι, κατά την εκτίμησή του, η τουρκική εισβολή δεν αποτέλεσε ένα γεγονός που εξελίχθηκε αποκλειστικά λόγω των περιστάσεων του καλοκαιριού του 1974, αλλά ότι υπήρχε ένας ευρύτερος γεωπολιτικός σχεδιασμός που είχε διαμορφωθεί αρκετό καιρό πριν. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι εξελίξεις εκείνης της εποχής δεν μπορούν να αναλυθούν αποκομμένες από τον διεθνή ανταγωνισμό του Ψυχρού Πολέμου, ούτε από τις ισορροπίες που επικρατούσαν στο ΝΑΤΟ και στις σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών, Μεγάλης Βρετανίας, Ελλάδας και Τουρκίας.

Όπως ανέφερε, ιδιαίτερη σημασία αποδίδει στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974 κατά του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, το οποίο κατά την προσωπική του εκτίμηση, δημιούργησε το κατάλληλο περιβάλλον ώστε η Τουρκία να προχωρήσει στην επιχείρηση που ακολούθησε λίγες ημέρες αργότερα. Υποστήριξε ακόμη ότι θεωρεί πως το πραξικόπημα λειτούργησε ως κρίσιμος παράγοντας για όσα εξελίχθηκαν στη συνέχεια.

Ο απόστρατος αξιωματικός στάθηκε ιδιαίτερα στην ομιλία του Μακαρίου στα Ηνωμένα Έθνη στις 19 Ιουλίου 1974. Σύμφωνα με τον ίδιο, η συγκεκριμένη παρέμβαση αποτελεί κομβικό σημείο για όποιον επιχειρεί να μελετήσει εκείνη την ιστορική περίοδο, εκτιμώντας ότι υπάρχουν στοιχεία τα οποία εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο συζήτησης και διαφορετικών ιστορικών προσεγγίσεων.

Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, ο κ. Χατζηδάκης εξέφρασε επίσης την άποψη ότι οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις. Αναφέρθηκε ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες και στη Μεγάλη Βρετανία, εκτιμώντας ότι οι χειρισμοί τους επηρέασαν ουσιαστικά την πορεία των γεγονότων. Όπως υποστήριξε, οι αποφάσεις που ελήφθησαν σε διπλωματικό επίπεδο είχαν, κατά την άποψή του, καθοριστική σημασία για την εξέλιξη της κρίσης.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην ελληνική πολιτική ηγεσία της εποχής. Ο ίδιος εξέφρασε την προσωπική του άποψη ότι υπήρξαν σοβαρές πολιτικές ευθύνες για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκε η κρίση, υποστηρίζοντας ότι χάθηκαν ευκαιρίες που θα μπορούσαν κατά τη δική του εκτίμηση, να είχαν οδηγήσει σε διαφορετική εξέλιξη των γεγονότων. Οι συγκεκριμένες τοποθετήσεις αποτελούν προσωπικές αξιολογήσεις του καλεσμένου και όχι διαπιστωμένα ιστορικά συμπεράσματα.

Παράλληλα, αναφέρθηκε στον ρόλο των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων που βρίσκονταν στην Κύπρο εκείνες τις ημέρες. Υποστήριξε ότι πολλοί στρατιωτικοί επέδειξαν υψηλό φρόνημα και γενναιότητα απέναντι στις αντίξοες συνθήκες, ενώ έκανε ιδιαίτερη μνεία σε πρόσωπα τα οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, πολέμησαν με αυταπάρνηση παρά τις δυσμενείς ισορροπίες που είχαν διαμορφωθεί.

Στο ίδιο πλαίσιο, ο κ. Χατζηδάκης ανέφερε ότι, κατά την άποψή του, υπήρξαν πολιτικές και στρατιωτικές επιλογές που εξακολουθούν να προκαλούν ερωτήματα μέχρι σήμερα. Εξέφρασε την εκτίμηση ότι αρκετές αποφάσεις εκείνης της περιόδου θα πρέπει να συνεχίσουν να μελετώνται από ιστορικούς και ερευνητές, προκειμένου να φωτιστούν όλες οι πτυχές των γεγονότων.

Ο κ. Χατζηδάκης αναφέρθηκε ακόμη στις διεθνείς διασκέψεις και στις διπλωματικές πρωτοβουλίες που ακολούθησαν την πρώτη φάση της τουρκικής εισβολής. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι διαπραγματεύσεις που πραγματοποιήθηκαν εκείνη την περίοδο δεν οδήγησαν στο αποτέλεσμα που θα περίμενε η ελληνική πλευρά. Αντίθετα, εκτίμησε ότι ο χρόνος που μεσολάβησε αξιοποιήθηκε από την Τουρκία για να ενισχύσει τη στρατιωτική της θέση, κάτι που όπως υποστήριξε, επηρέασε καθοριστικά τη συνέχεια των επιχειρήσεων.

Κατά την προσωπική του άποψη, η διεθνής κοινότητα δεν αντέδρασε με τον τρόπο που θα μπορούσε ώστε να αποτρέψει την περαιτέρω κλιμάκωση της κρίσης. Υποστήριξε ότι οι διπλωματικές παρεμβάσεις αποδείχθηκαν ανεπαρκείς και εξέφρασε την εκτίμηση ότι αρκετές αποφάσεις εκείνης της περιόδου εξακολουθούν να προκαλούν εύλογα ερωτήματα στους ιστορικούς και στους ερευνητές.

Ένα από τα βασικά σημεία της συνέντευξης αποτέλεσε η σύνδεση που επιχείρησε να κάνει ο κ. Χατζηδάκης ανάμεσα στα γεγονότα του 1974 και στη σημερινή γεωπολιτική πραγματικότητα. Ο ίδιος υποστήριξε ότι η ιστορία μπορεί να λειτουργήσει ως πολύτιμο μάθημα για τις σύγχρονες εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο, εκτιμώντας ότι κάθε κυβέρνηση οφείλει να αξιολογεί προσεκτικά τα ιστορικά προηγούμενα όταν διαμορφώνει την εξωτερική πολιτική της χώρας.

Στο πλαίσιο αυτό εξέφρασε την προσωπική του ανησυχία για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και ανέφερε ότι, κατά την άποψή του, η Ελλάδα θα πρέπει να διατηρεί υψηλό επίπεδο αποτρεπτικής ισχύος και να σχεδιάζει την εξωτερική της πολιτική με γνώμονα την προάσπιση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων. Οι συγκεκριμένες τοποθετήσεις αποτελούν προσωπικές πολιτικές εκτιμήσεις του καλεσμένου.

Ο απόστρατος αξιωματικός υποστήριξε επίσης ότι η στενότερη συνεργασία Ελλάδας και Κυπριακής Δημοκρατίας αποτελεί, σύμφωνα με τη δική του εκτίμηση, στρατηγική προτεραιότητα. Αναφέρθηκε σε ζητήματα ενεργειακής πολιτικής, θαλάσσιων ζωνών και γεωπολιτικών συμμαχιών, εκφράζοντας την άποψη ότι οι δύο χώρες θα πρέπει να συνεχίσουν να ενισχύουν τον συντονισμό τους στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του διεθνούς δικαίου.

Σε άλλο σημείο της συνέντευξης, ο κ. Χατζηδάκης διατύπωσε προβληματισμούς για τη σημερινή κατάσταση στην ελληνική εξωτερική πολιτική, συνδέοντας – κατά τη δική του εκτίμηση – ορισμένες σύγχρονες εξελίξεις με τα ιστορικά διδάγματα του 1974. Υποστήριξε ότι η ιστορία πρέπει να μελετάται όχι μόνο ως καταγραφή γεγονότων αλλά και ως εργαλείο εξαγωγής συμπερασμάτων για το μέλλον.

Παράλληλα, απότισε φόρο τιμής στους ανθρώπους που πολέμησαν στην Κύπρο, τονίζοντας ότι η αυτοθυσία και η γενναιότητά τους δεν πρέπει να λησμονηθούν. Σύμφωνα με τον ίδιο, ανεξάρτητα από τις πολιτικές αντιπαραθέσεις ή τις διαφορετικές ιστορικές ερμηνείες, οι στρατιώτες που βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή αξίζουν τον σεβασμό όλων των Ελλήνων.

Η συζήτηση ολοκληρώθηκε με ένα γενικότερο μήνυμα προς τους πολίτες. Ο κ. Χατζηδάκης υποστήριξε ότι η γνώση της ιστορίας αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη διαμόρφωση εθνικής συνείδησης και εξέφρασε την εκτίμηση ότι οι νεότερες γενιές πρέπει να γνωρίζουν σε βάθος τα γεγονότα του 1974, ώστε να μπορούν να διαμορφώνουν τη δική τους κρίση μέσα από τη μελέτη των ιστορικών πηγών και των διαφορετικών προσεγγίσεων.

Η επέτειος της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις πιο ευαίσθητες σελίδες της σύγχρονης ελληνικής και κυπριακής ιστορίας. Οι ιστορικοί συνεχίζουν να ερευνούν νέα στοιχεία, ενώ οι δημόσιες συζητήσεις παραμένουν ζωντανές, καθώς υπάρχουν διαφορετικές σχολές σκέψης και αντικρουόμενες ερμηνείες για πρόσωπα, γεγονότα και αποφάσεις εκείνης της περιόδου.

Η συγκεκριμένη συνέντευξη κινήθηκε ακριβώς μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Ο Κωνσταντίνος Χατζηδάκης παρουσίασε τη δική του οπτική για τα γεγονότα, τις ευθύνες που, κατά την άποψή του, υπάρχουν, καθώς και τις γεωπολιτικές προεκτάσεις που ο ίδιος θεωρεί ότι εξακολουθούν να επηρεάζουν την περιοχή μέχρι σήμερα. Οι θέσεις που διατύπωσε αποτελούν προσωπικές εκτιμήσεις του ίδιου, όπως παρουσιάστηκαν κατά τη διάρκεια της εκπομπής, και εντάσσονται στον ευρύτερο δημόσιο διάλογο γύρω από ένα ιστορικό ζήτημα που εξακολουθεί να απασχολεί την ελληνική και κυπριακή κοινωνία.

'; var d = f.contentWindow.document; d.open(); d.write(html); d.close(); })();
";var d = f.contentWindow.document; d.open(); d.write(html); d.close(); })();