«Κυβερνάνε υπόδουλοι» : Γρηγόρης Σερέτης, Ιωάννης Παπαζήσης

Στην εκπομπή του Γρηγόρη Σερέτη «Κόντρα στο Σύστημα» στον Focus FM 103,6 και ΜΑΧΗ FM 99,8 – τα μόνα πατριωτικά ραδιόφωνα –βρέθηκε καλεσμένος ο Ιωάννης Παπαζήσης σε μία συζήτηση που έριξε φως σε όλα τα μεγάλα προβλήματα της χώρας και έθεσε το κρίσιμο ερώτημα: Γιατί η Ελλάδα δεν σηκώνει ανάστημα; Γιατί ο λαός πορεύεται με σκυμμένο κεφάλι;

focusfm.gr
1 Σεπτεμβρίου 2026, 15:25

«Ένας λαός που συνηθίζει να σκύβει το κεφάλι, κάποια στιγμή ξεχνά ακόμη και πώς είναι να κοιτάζει όρθιος»

Η συζήτηση ξεδιπλώθηκε χωρίς στρογγυλέματα, χωρίς περιστροφές, βάζοντας το μαχαίρι στο κόκαλο για όλα τα θέματα που ταλανίζουν τη χώρα: μεταναστευτικό, αποχή από τις εκλογές, κομματικό κράτος, οικονομία, εθνικός πλούτος, Ένοπλες Δυνάμεις, φυγή των νέων στο εξωτερικό και, πάνω απ’ όλα, το ερώτημα ποιος τελικά αποφασίζει για την Ελλάδα και με ποιο κριτήριο.

Το ερώτημα που κυριάρχησε ήταν απλό: Γιατί άλλες χώρες μπορούν να σηκώνουν το ανάστημά τους και εμείς όχι; Γιατί άλλες κυβερνήσεις μπορούν να λένε «μέχρι εδώ», να συγκρούονται με ευρωπαϊκές αποφάσεις όταν θεωρούν ότι πλήττουν το εθνικό τους συμφέρον, ενώ η Ελλάδα εμφανίζεται διαρκώς πρόθυμη να συμμορφώνεται;

Ο Ιωάννης Παπαζήσης έθεσε με ιδιαίτερα σκληρό τρόπο το μεταναστευτικό ζήτημα, συγκρίνοντας την ελληνική πολιτική με την αυστηρότερη στάση χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Η θέση που διατυπώθηκε ήταν ξεκάθαρη: κάθε κυρίαρχο κράτος οφείλει να έχει τον έλεγχο των συνόρων του και να γνωρίζει ποιος εισέρχεται στην επικράτειά του.

Από εκεί, όμως, η κουβέντα πήγε ακόμη βαθύτερα. Γιατί το πρόβλημα, σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν, δεν βρίσκεται μόνο στις κυβερνήσεις. Βρίσκεται και στην κοινωνία.

«Εχουμε ό,τι μας αξίζει»

Αυτή ήταν ίσως η πιο σκληρή φράση της συζήτησης. Είναι εύκολο να κατηγορούμε τους πολιτικούς. Είναι εύκολο να φωνάζουμε για το σύστημα, τη διαφθορά, την αναξιοκρατία και τους κομματικούς στρατούς. Το δύσκολο είναι να κοιταχτούμε στον καθρέφτη.

Πόσες φορές ψήφισε ο Έλληνας με μοναδικό γνώμονα το προσωπικό του συμφέρον; Πόσες φορές η ψήφος έγινε αντάλλαγμα για έναν διορισμό, μια εξυπηρέτηση, μια υπόσχεση ή μια θέση; Πόσες φορές ακούσαμε τη φράση «εμείς πάντα αυτό το κόμμα ψηφίζαμε»;

Και πόσες φορές ο πολίτης που σήμερα καταγγέλλει το σύστημα ήταν χθες πρόθυμος να το υπηρετήσει, αρκεί να του έδινε κάτι; Εκεί βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες παθογένειες της Μεταπολίτευσης.

Το πελατειακό κράτος δεν δημιουργήθηκε μόνο από τους πολιτικούς. Χρειάστηκε και πελάτες. Και όσο υπάρχουν πολίτες που αντιμετωπίζουν την κάλπη σαν συναλλαγή, θα υπάρχουν πολιτικοί που αντιμετωπίζουν την εξουσία σαν λάφυρο.

Ο κ. Παπαζήσης το έθεσε ωμά: αν εσύ πηγαίνεις στην κάλπη με γνώμονα το προσωπικό σου συμφέρον, γιατί περιμένεις από αυτόν που εκλέγεις να κυβερνήσει με διαφορετικό γνώμονα; Αυτό είναι το ερώτημα που πονάει.

Η αποχή που μετατρέπεται σε πολιτική δύναμη

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στην αποχή. Εκατομμύρια Έλληνες επιλέγουν να μην ψηφίσουν και την επόμενη ημέρα εξοργίζονται για το αποτέλεσμα. Όμως η δημοκρατία δεν λειτουργεί έτσι.

Όταν απέχεις, αφήνεις άλλους να αποφασίσουν για εσένα. Όταν δεν πηγαίνεις στην κάλπη, αυξάνεις αντικειμενικά τη βαρύτητα της ψήφου εκείνων που πηγαίνουν.

Και τότε μπορεί ένα κόμμα να εμφανίζεται πανίσχυρο ως ποσοστό επί των εγκύρων, ενώ στην πραγματικότητα έχει επιλεγεί από πολύ μικρότερο ποσοστό του συνολικού εκλογικού σώματος. Αυτό δεν αποτελεί «νοθεία». Είναι μαθηματική συνέπεια της αποχής.

Στη συζήτηση διατυπώθηκαν επίσης σοβαρές καταγγελίες και υποψίες για τον τρόπο λειτουργίας της εκλογικής διαδικασίας, τη Singular Logic, τους εκλογικούς καταλόγους και την καταμέτρηση. Πρόκειται για ισχυρισμούς των συνομιλητών που απαιτούν αποδείξεις και θεσμικό έλεγχο και δεν μπορούν να παρουσιάζονται ως δεδομένα γεγονότα.

Ακριβώς όμως επειδή πρόκειται για τόσο σοβαρά ζητήματα, η απάντηση δεν μπορεί να είναι «μη ρωτάτε». Η απάντηση πρέπει να είναι περισσότερη διαφάνεια. Έλεγχος. Παρουσία εκπροσώπων. Δυνατότητα διασταύρωσης των αποτελεσμάτων. Γιατί οι εκλογές πρέπει όχι μόνο να είναι αδιάβλητες, αλλά και να πείθουν κάθε πολίτη ότι είναι αδιάβλητες.

ΟΠΕΚΕΠΕ και πελατειακό κράτος

Η κουβέντα έφτασε αναπόφευκτα και στον ΟΠΕΚΕΠΕ. Ο Γρηγόρης Σερέτης έθεσε ευθέως το ζήτημα του κατά πόσο κρατικό και ευρωπαϊκό χρήμα μπορεί να χρησιμοποιείται ως μηχανισμός δημιουργίας πολιτικών εξαρτήσεων.

Και εδώ χρειάζεται καθαρή κουβέντα. Όπου υπάρχουν αποδεδειγμένες παράνομες επιδοτήσεις, εικονικά στοιχεία ή καταχρήσεις, πρέπει να υπάρχουν ονόματα, έρευνες, επιστροφές χρημάτων και ποινικές ευθύνες. Όχι γενικόλογες ανακοινώσεις. Όχι επικοινωνιακή διαχείριση.

Το δημόσιο χρήμα δεν είναι χρήμα κανενός κόμματος. Είναι χρήμα του φορολογούμενου. Και όταν ένα κράτος επιτρέπει να δημιουργούνται μηχανισμοί εξάρτησης γύρω από επιδοτήσεις, διορισμούς και εξυπηρετήσεις, τότε η δημοκρατία αρχίζει να μετατρέπεται σε πελατειακή αγορά.

Η Ελλάδα του «δεν γίνεται»

Στη συζήτηση τέθηκε και ένα άλλο τεράστιο ερώτημα: Γιατί χώρες με φυσικούς πόρους κατάφεραν να δημιουργήσουν πλούτο για τις κοινωνίες τους και η Ελλάδα επί δεκαετίες συζητά για τον δικό της ορυκτό και ενεργειακό πλούτο χωρίς να έχει καταφέρει να μετατρέψει αυτή τη συζήτηση σε αντίστοιχη εθνική στρατηγική;

Η Νορβηγία χρησιμοποιήθηκε ως χαρακτηριστικό παράδειγμα χώρας που δημιούργησε κρατικό επενδυτικό ταμείο από τα έσοδα των υδρογονανθράκων προς όφελος και των επόμενων γενεών.

Και η ερώτηση παραμένει: Εμείς τι κάναμε; Γιατί η Ελλάδα, μια χώρα με τεράστια γεωστρατηγική θέση, ανθρώπινο δυναμικό, θάλασσα, τουρισμό, πρωτογενή παραγωγή και πιθανό ενεργειακό πλούτο, εξακολουθεί να συζητά για το πώς θα πληρώσει τον επόμενο λογαριασμό;

Γιατί συνηθίσαμε να ακούμε ότι «δεν γίνεται»; Δεν γίνεται να συγκρουστούμε. Δεν γίνεται να απαιτήσουμε. Δεν γίνεται να παράγουμε. Δεν γίνεται να αποκτήσουμε πραγματική ενεργειακή στρατηγική. Δεν γίνεται να κρατήσουμε τους νέους μας εδώ. Τότε τι ακριβώς γίνεται; Να πληρώνουμε; Να δανειζόμαστε; Να φορολογούμαστε; Να βλέπουμε τα παιδιά μας να φεύγουν;

Η μεγάλη «αιμορραγία» των νέων

Από τα πιο ουσιαστικά σημεία της κουβέντας ήταν η αναφορά στις εκατοντάδες χιλιάδες νέους Έλληνες που έφυγαν τα προηγούμενα χρόνια στο εξωτερικό. Δεν είναι απλώς αριθμοί. Είναι γιατροί. Μηχανικοί. Επιστήμονες. Τεχνίτες. Επαγγελματίες.

Άνθρωποι σε παραγωγική ηλικία που σπούδασαν, πολλές φορές με χρήματα της ελληνικής οικογένειας και του ελληνικού κράτους, και τελικά προσφέρουν την εργασία και τις γνώσεις τους σε άλλες οικονομίες.

Και εμείς το βαφτίσαμε «brain drain» για να ακούγεται πιο κομψό. Στην πραγματικότητα είναι εθνική αιμορραγία. Μια χώρα που διώχνει τα παιδιά της δεν έχει μόνο οικονομικό πρόβλημα. Έχει πρόβλημα μέλλοντος.

«Χρεοκοπήσαμε πνευματικά πριν χρεοκοπήσουμε οικονομικά»

Αυτή ίσως ήταν η ουσία ολόκληρης της συζήτησης. Γιατί οικονομίες ξαναχτίζονται. Χρέη ρυθμίζονται. Υποδομές κατασκευάζονται. Αλλά όταν ένας λαός πάψει να ενδιαφέρεται, τότε τα πράγματα γίνονται πολύ πιο δύσκολα.

Όταν η πολιτική συζήτηση περιορίζεται στο ποιος θα μας βολέψει. Όταν μεγαλύτερο ενδιαφέρον προκαλεί η επόμενη έξοδος παρά το τι χώρα παραδίδουμε στα παιδιά μας. Όταν δεν διαβάζουμε. Όταν δεν ψάχνουμε.Όταν δεν ελέγχουμε. Όταν δεν ψηφίζουμε. Όταν δεχόμαστε έτοιμες αλήθειες από οποιονδήποτε μας τις σερβίρει.

Τότε η δημοκρατία αδειάζει από το πραγματικό της περιεχόμενο. Και ένας λαός χωρίς γνώση είναι εύκολο να χειραγωγηθεί.
Ο δύο συνομιλητές μπορεί να χρησιμοποίησαν πολλές φορές σκληρή γλώσσα, όμως πίσω από αυτήν υπήρχε ένα μήνυμα που δεν μπορεί να αγνοηθεί: Ο πολίτης έχει ευθύνη. Δεν μπορεί για όλα να φταίει πάντα κάποιος άλλος.

Ο πατριωτικός χώρος και η ανάγκη ενότητας

Προς το τέλος της συζήτησης τέθηκε και το ζήτημα του πατριωτικού χώρου. Ένας χώρος πολυδιασπασμένος, γεμάτος προσωπικές συγκρούσεις, μικρά κόμματα, αρχηγικές φιλοδοξίες και παλιές πληγές.

Ο Ιωάννης Παπαζήσης μίλησε για την ανάγκη δημιουργίας ενός υγιούς πατριωτικού πυρήνα. Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση. Πατριωτισμός δεν είναι οι κραυγές. Δεν είναι η βία. Δεν είναι ο ναζισμός.

Ο ελληνικός πατριωτισμός δεν χρειάζεται ούτε ξένες ιδεολογίες ούτε ολοκληρωτικά σύμβολα. Ο ελληνικός λαός πολέμησε τον ναζισμό. Πατριωτισμός σημαίνει να θέλεις μια Ελλάδα ισχυρή. Με σύνορα. Με παραγωγή. Με αξιοπρεπείς Ένοπλες Δυνάμεις. Με νέους που μπορούν να μείνουν στον τόπο τους. Με θεσμούς που λειτουργούν. Με δικαιοσύνη που δεν κοιτάζει κόμματα και επώνυμα. Με πολιτικούς που θυμούνται ότι είναι υπηρέτες του λαού και όχι ιδιοκτήτες του κράτους.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται αφέντες

Η φράση «κυβερνάνε υπόδουλοι» είναι βαριά. Αλλά πίσω από την υπερβολή της κρύβεται ένα πραγματικό πολιτικό ερώτημα: Πόσο ανεξάρτητη μπορεί να είναι μια χώρα όταν δεν τολμά να χαράξει δική της στρατηγική; Η Ελλάδα χρειάζεται συμμάχους. Χρειάζεται την Ευρώπη. Χρειάζεται διεθνείς συνεργασίες. Αλλά συμμαχία σημαίνει αμοιβαιότητα.

Η Ελλάδα δεν είναι χώρα δεύτερης κατηγορίας. Δεν είναι οικόπεδο. Δεν είναι αποθήκη ανθρώπων. Δεν είναι μόνο τουριστικός προορισμός. Δεν είναι μια σημαία που θυμόμαστε στις παρελάσεις. Είναι κράτος με ιστορία, συμφέροντα και μέλλον.

Και αν υπάρχει ένα μήνυμα που βγήκε από τη συζήτηση Σερέτη – Παπαζήση, είναι αυτό: Δεν αρκεί να αλλάξουν οι πολιτικοί. Πρέπει να αλλάξει και ο πολίτης. Να απαιτεί. Να ελέγχει. Να διαβάζει. Να συμμετέχει. Να ψηφίζει. Να σταματήσει να ζητά ρουσφέτι και μετά να καταγγέλλει το πελατειακό κράτος.

Να σταματήσει να πουλά την πολιτική του αξιοπρέπεια για μια μικρή προσωπική εξυπηρέτηση. Γιατί στο τέλος η Δημοκρατία είναι ακριβώς αυτό που οι πολίτες της επιτρέπουν να γίνει.

Και ίσως η πιο σκληρή φράση της εκπομπής να είναι τελικά και η πιο χρήσιμη: «Έχουμε ό,τι μας αξίζει». Όχι επειδή είμαστε καταδικασμένοι. Αλλά επειδή όσο ανεχόμαστε, επιτρέπουμε. Όσο σιωπούμε, αφήνουμε άλλους να αποφασίζουν. Και όσο απέχουμε, κάποιοι άλλοι θα γεμίζουν το κενό.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλους σωτήρες. Χρειάζεται πολίτες όρθιους. Και μια πολιτική ηγεσία που, όταν έρχεται η ώρα της μεγάλης απόφασης, θα θυμάται πρώτα μία λέξη: ΕΛΛΑΔΑ.