Το μήνυμα του Γρηγόρη Σερέτη ήταν ξεκάθαρο: το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι μόνο τι κάνουν αυτοί που κυβερνούν. Είναι ότι ο Έλληνας έμαθε να περιμένει κάποιον άλλον να τον σώσει.
Και αυτή ακριβώς η λέξη, το «περίμενε», έχει μετατραπεί ίσως στο ισχυρότερο όπλο κάθε συστήματος εξουσίας. Περίμενε τις εκλογές. Περίμενε τον επόμενο αρχηγό. Περίμενε το επόμενο κόμμα. Περίμενε τον επόμενο «αντισυστημικό». Περίμενε τον σωτήρα.
Και όσο περιμένει, η πραγματικότητα προχωρά. Η χώρα αλλάζει. Η οικονομία αλλάζει. Η κοινωνία αλλάζει. Περιουσίες αλλάζουν χέρια. Δημόσιες υποδομές παραχωρούνται. Οικογένειες πιέζονται. Νέοι εγκαταλείπουν την Ελλάδα και άνθρωποι που κάποτε θεωρούσαν αυτονόητη μια αξιοπρεπή καθημερινότητα μετρούν πλέον το κόστος ακόμη και των βασικών τους αναγκών.
Ο Σερέτης «χτύπησε» ακριβώς εκεί: στην πολιτική προσωπολατρία. Γιατί στην Ελλάδα έχουμε μάθει να ψάχνουμε πρόσωπα και όχι αποτελέσματα. Μας ενδιαφέρει ποιος φώναξε περισσότερο, ποιος έκανε το πιο δυνατό βίντεο, ποιος έγινε viral, ποιος συγκρούστηκε μπροστά στις κάμερες και ποιος απέκτησε περισσότερους ακολούθους.
Η πραγματική ερώτηση όμως είναι πολύ πιο σκληρή: Τι άλλαξε; Τι κέρδισε ο Έλληνας; Ποια αδικία διορθώθηκε; Ποια οικογένεια σώθηκε; Ποια δημόσια περιουσία επέστρεψε στον λαό; Ποιο συγκεκριμένο σχέδιο παρουσιάστηκε για την επόμενη ημέρα;
Γιατί η πολιτική δεν μπορεί να είναι διαγωνισμός κραυγής. Ούτε η πατρίδα σώζεται με likes. Ο Σερέτης τοποθετήθηκε με σφοδρότητα απέναντι σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας επισημαίνοντας ότι θυμάται και ξεχνά επιλεκτικά, ανάλογα με το ποιο πρόσωπο υποστηρίζει. Και εκεί βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες παγίδες.
Όταν η αλήθεια περνά μέσα από κομματικά γυαλιά, παύει να υπάρχει κοινό μέτρο. Αν το κάνει ο «δικός μας», δικαιολογείται. Αν το κάνει ο αντίπαλος, καταδικάζεται. Αν μιλήσει ένας πολιτικός που συμπαθούμε, τον πιστεύουμε χωρίς δεύτερη σκέψη. Αν τα ίδια ακριβώς λόγια τα πει κάποιος από την απέναντι πλευρά, τα απορρίπτουμε.
Έτσι όμως δεν δημιουργούνται πολίτες. Δημιουργούνται οπαδοί. Και οι οπαδοί είναι πολύ πιο εύκολο να χειραγωγηθούν από τους πολίτες. Ο Γρηγόρης Σερέτης έβαλε μάλιστα στο ίδιο τραπέζι διαφορετικούς πολιτικούς και ιδεολογικούς χώρους, επιχειρώντας να καταδείξει ότι ο μηχανισμός της προσωπολατρίας δεν έχει αποκλειστική ιδεολογική ταυτότητα.
Αναφέρθηκε στην επικαιρότητα γύρω από τον Ηλία Κασιδιάρη αλλά και στον Νίκο Μαζιώτη και την ιστορία του «Επαναστατικού Αγώνα», θέτοντας ένα δύσκολο ερώτημα: μήπως διαφορετικά ακροατήρια, από εντελώς διαφορετικές πολιτικές αφετηρίες, καταλήγουν τελικά να κάνουν ακριβώς το ίδιο πράγμα;
Να περιμένουν δηλαδή ένα πρόσωπο να αναλάβει για λογαριασμό τους τη σύγκρουση με το σύστημα. Ο Σερέτης δεν χάρισε πολιτικά συγχωροχάρτια ούτε στη μία ούτε στην άλλη πλευρά.
Το κρίσιμο ερώτημα που έθεσε είναι άλλο: Ποιο είναι το σχέδιο; Γιατί είναι πανεύκολο να πεις «θα τα πάρουμε όλα πίσω». Πώς; Είναι εύκολο να πεις «θα ακυρώσουμε τις συμβάσεις». Με ποια νομική διαδικασία; Με ποιο οικονομικό κόστος; Με ποιες πιθανές αποζημιώσεις; Με ποια κρατική υποδομή; Με ποια χρηματοδότηση;
Εκεί τελειώνουν τα συνθήματα και αρχίζει η πραγματική πολιτική. Χαρακτηριστικό ήταν το παράδειγμα που χρησιμοποίησε για τις μεγάλες συμβάσεις και παραχωρήσεις. Ακόμη κι αν μια μελλοντική κυβέρνηση θελήσει να ανατρέψει μια συμφωνία, θα βρεθεί αντιμέτωπη με συμβατικές δεσμεύσεις, ρήτρες, πιθανές αποζημιώσεις και δικαστικές διαδικασίες.
Άρα δεν αρκεί να λες στον κόσμο αυτό που θέλει να ακούσει. Πρέπει να του εξηγήσεις πώς θα το κάνεις. Και εδώ βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες αποτυχίες του πολιτικού συστήματος της Μεταπολίτευσης. Επί δεκαετίες οι Έλληνες ακούν υποσχέσεις. Ακούν για «αλλαγή». Ακούν για «σωτηρία». Ακούν για «επανεκκίνηση». Ακούν για «ανάπτυξη». Ακούν για «δικαιοσύνη». Ακούν για «κάθαρση».
Και στο τέλος τι μετράει; Η πραγματική ζωή. Η τσέπη. Το σπίτι. Η δουλειά. Το νοσοκομείο. Το σχολείο. Η ασφάλεια του δρόμου. Το αν ένας άνθρωπος μπορεί να μεγαλώσει τα παιδιά του χωρίς να τρέμει κάθε φορά που έρχεται ένας λογαριασμός. Το αν ένας ηλικιωμένος μπορεί να ζήσει αξιοπρεπώς. Το αν ένας νέος μπορεί να ονειρευτεί το μέλλον του στην Ελλάδα αντί να ετοιμάζει τη βαλίτσα του για το εξωτερικό.
Ο Σερέτης έβαλε στο στόχαστρο και αυτή την κοινωνική πραγματικότητα. Τον μονογονέα που προσπαθεί μόνος του να μεγαλώσει ένα, δύο ή τρία παιδιά. Τον άνθρωπο με αναπηρία που παλεύει καθημερινά ακόμη και για πράγματα που για τους υπόλοιπους θεωρούνται αυτονόητα.
Τον ηλικιωμένο που καλείται να επιβιώσει με ελάχιστα χρήματα. Τον μικρομεσαίο επαγγελματία που πρέπει πρώτα να πληρώσει κράτος, ασφαλιστικές εισφορές, ενέργεια, ενοίκια και υποχρεώσεις και μετά να δει αν περίσσεψε κάτι για τον ίδιο και την οικογένειά του.
Αυτοί είναι οι πραγματικοί αριθμοί της πολιτικής. Όχι οι τηλεοπτικές δημοσκοπήσεις. Όχι οι κομματικές συγκεντρώσεις. Όχι τα χειροκροτήματα. Όχι τα βίντεο στα κοινωνικά δίκτυα. Ο πραγματικός δείκτης μιας χώρας είναι ο πολίτης της. Και όταν αυτός γονατίζει, καμία επικοινωνιακή καμπάνια δεν μπορεί να βαφτίσει την κατάσταση «επιτυχία».
Ιδιαίτερα σκληρή ήταν και η αναφορά του Σερέτη σε φαινόμενα εγκληματικότητας και κοινωνικής εξαθλίωσης στην Αθήνα. Με αφορμή υπόθεση κακοποίησης και εκμετάλλευσης γυναίκας στην Κυψέλη, αλλά και τις καταγγελίες που παρουσίασε για κυκλώματα μαστροπείας και ναρκωτικών, έθεσε το ερώτημα της πραγματικής λειτουργίας του κράτους και των ελεγκτικών μηχανισμών.
Όταν υπάρχουν καταγγελίες για ανθρώπινη εκμετάλλευση, κακοποίηση και παράνομες δραστηριότητες, δεν χωρούν ούτε ιδεολογικές παρωπίδες ούτε πολιτική εκμετάλλευση.
Χρειάζεται έρευνα. Χρειάζεται Αστυνομία που να λειτουργεί. Χρειάζεται Δικαιοσύνη. Χρειάζεται προστασία των θυμάτων. Χρειάζεται ένα κράτος που να εμφανίζεται πριν καταστραφεί ένας άνθρωπος και όχι μόνο μετά, όταν η υπόθεση μετατρέπεται σε τηλεοπτικό θέαμα.
Ο Σερέτης επιτέθηκε και στην υποκρισία όσων, όπως είπε, κρύβονται πίσω από σημαίες, ιδεολογίες, θρησκευτικά σύμβολα ή πολιτικές ταμπέλες προκειμένου να παρουσιάσουν μια εικόνα διαφορετική από τις πράξεις τους.
Και εδώ η θέση του ήταν σαφής: Κανένα σύμβολο δεν αποτελεί πιστοποιητικό ήθους. Δεν αρκεί να δηλώνεις πατριώτης. Πρέπει να φέρεσαι ως πατριώτης. Δεν αρκεί να επικαλείσαι την Ορθοδοξία. Πρέπει οι πράξεις σου να σέβονται τον άνθρωπο. Δεν αρκεί να δηλώνεις αντισυστημικός. Πρέπει να αποδεικνύεις ποιο σύστημα πολεμάς και κυρίως τι προτείνεις στη θέση του.
Αυτή είναι η δύσκολη συζήτηση που η Ελλάδα αποφεύγει εδώ και χρόνια. Γιατί είναι πολύ ευκολότερο να βρίζουμε ο ένας τον άλλον. Δεξιός εναντίον αριστερού. Αριστερός εναντίον δεξιού. Πατριώτης εναντίον προοδευτικού. Κομματικός εναντίον αντικομματικού.
Και όσο εμείς βρίζουμε ο ένας τον άλλον και μαλώνουμε για τις ταμπέλες, τα πραγματικά προβλήματα παραμένουν. Η ακρίβεια παραμένει. Η ανασφάλεια παραμένει. Η κοινωνική πίεση παραμένει. Η φυγή των νέων παραμένει. Η υπογεννητικότητα παραμένει. Η αγωνία για το αύριο παραμένει. Και το πολιτικό σύστημα συνεχίζει να λειτουργεί.
Ο Γρηγόρης Σερέτης εξαπέλυσε πυρά και προς τα μέσα ενημέρωσης, κατηγορώντας μέρος αυτών ότι αντί να ενημερώνει, επιλέγει θέματα και πρόσωπα ανάλογα με την ατζέντα που θέλει να δημιουργήσει.
Και αυτό είναι ένα τεράστιο ζήτημα δημοκρατίας. Γιατί προπαγάνδα δεν είναι μόνο το ψέμα. Προπαγάνδα μπορεί να γίνει και η μισή αλήθεια. Η επιλογή του τι θα δείξεις. Η επιλογή του τι θα κρύψεις. Η επιλογή του ποιον θα παρουσιάσεις ως ήρωα και ποιον ως τέρας. Η επιλογή του ποιο γεγονός θα παίζει επί τρεις ημέρες και ποιο θα εξαφανιστεί σε τριάντα δευτερόλεπτα.
Γι’ αυτό ο πολίτης έχει πλέον μία τεράστια ευθύνη: να ψάχνει. Να αμφισβητεί. Να συγκρίνει. Να μην καταπίνει αμάσητο ό,τι του σερβίρουν. Κυρίως όμως να μην παραδίδει τη σκέψη του σε κανέναν. Ούτε σε πολιτικό. Ούτε σε δημοσιογράφο. Ούτε σε κόμμα. Ούτε σε κάποιον καινούργιο «σωτήρα».
Γιατί η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλον έναν Μεσσία. Χρειάζεται πολίτες. Πολίτες που γνωρίζουν. Πολίτες που απαιτούν απαντήσεις. Πολίτες που ρωτούν «πώς;» κάθε φορά που κάποιος τους υπόσχεται ότι θα σώσει τη χώρα. Πολίτες που δεν πουλούν την ψήφο τους για ένα επίδομα και δεν παραδίδουν την κρίση τους σε μια κομματική ταυτότητα.
Η μεγάλη μάχη λοιπόν δεν είναι μεταξύ δεξιάς και αριστεράς. Δεν είναι μεταξύ δύο κομμάτων. Δεν είναι μεταξύ δύο αρχηγών. Είναι η μάχη ανάμεσα στον σκεπτόμενο πολίτη και στην πολιτική χειραγώγηση. Ανάμεσα στην αλήθεια και στην προπαγάνδα. Ανάμεσα στην ευθύνη και στην αδράνεια. Ανάμεσα σε έναν λαό που περιμένει και σε έναν λαό που αποφασίζει να απαιτήσει.
Γιατί κάποια στιγμή πρέπει να ειπωθεί χωρίς περιστροφές: Κανείς δεν θα αγαπήσει την Ελλάδα περισσότερο από τους ίδιους τους Έλληνες. Κανένας ξένος παράγοντας δεν έχει υποχρέωση να υπερασπιστεί τα ελληνικά συμφέροντα περισσότερο από εμάς.
Κανένας πολιτικός δεν πρέπει να θεωρεί ότι κατέχει ισόβια την εμπιστοσύνη του λαού. Και κανένας αυτοαποκαλούμενος «εθνοσωτήρας» δεν δικαιούται λευκή επιταγή.
Η Ελλάδα χρειάζεται σχέδιο. Χρειάζεται σοβαρότητα. Χρειάζεται κοινωνική συνοχή. Χρειάζεται ισχυρούς θεσμούς. Χρειάζεται πραγματική παραγωγή. Χρειάζεται προστασία της δημόσιας περιουσίας. Χρειάζεται παιδεία και υγεία που να υπηρετούν τον πολίτη.
Και πάνω απ’ όλα χρειάζεται έναν λαό που θα πάψει να περιμένει. Γιατί όσο περιμένουμε τον επόμενο σωτήρα, κάποιοι άλλοι αποφασίζουν για εμάς. Όσο κοιτάμε την οθόνη, η πραγματικότητα γράφεται έξω από αυτή. Όσο τσακωνόμαστε μεταξύ μας, οι αποφάσεις λαμβάνονται χωρίς εμάς. Και όσο περιμένουμε κάποιον να μας σώσει, ξεχνάμε τη μεγαλύτερη δύναμη που διαθέτει μια δημοκρατία: Τον ίδιο τον πολίτη.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλον έναν άνθρωπο που θα ανέβει σε ένα βήμα και θα φωνάξει «εγώ θα σας σώσω». Χρειάζεται εκατομμύρια Έλληνες που θα σηκώσουν το κεφάλι και θα απαντήσουν: «Δεν περιμένουμε πια κανέναν να σκεφτεί για εμάς».
Γιατί οι πατρίδες δεν σώζονται με χειροκροτήματα. Δεν σώζονται με τηλεοπτικούς σωτήρες. Δεν σώζονται με κομματικούς στρατούς. Και σίγουρα δεν σώζονται από τον καναπέ.
Σώζονται όταν οι πολίτες αποκτούν κρίση, μνήμη, γνώση και απαίτηση για λογοδοσία. Και ίσως αυτό ακριβώς είναι που φοβάται περισσότερο κάθε σύστημα εξουσίας: Όχι έναν ακόμη αρχηγό. Αλλά έναν λαό που επιτέλους άρχισε να σκέφτεται.



