Στην εκπομπή του Γρηγόρη Σερέτη, στον Focus FM 103,6 και στον ΜΑΧΗ FM 99,8 – τα μόνα πατριωτικά ραδιόφωνα – ο επαγγελματίας αλιέας Δημήτρης Τσιπούρας περιέγραψε μια πραγματικότητα που δεν χωρά ούτε σε κυβερνητικές ανακοινώσεις ούτε σε ωραιοποιημένες παρουσιάσεις: ο Έλληνας ψαράς παλεύει πλέον όχι μόνο με τη θάλασσα, αλλά με ένα κράτος που μοιάζει να τον σπρώχνει έξω από αυτήν.
Και το ερώτημα που γεννιέται είναι αμείλικτο: Αν φύγει ο Έλληνας ψαράς από το Αιγαίο, ποιος θα μείνει;
Γιατί τα στοιχεία που περιγράφουν οι ίδιοι οι άνθρωποι της θάλασσας είναι δραματικά. Το ναυτιλιακό πετρέλαιο, σύμφωνα με όσα ανέφερε ο Δημήτρης Τσιπούρας, από τα περίπου 50–60 λεπτά το λίτρο έχει φτάσει σε επίπεδα που κάνουν την επαγγελματική αλιεία οικονομικά ασφυκτική. Ένα γέμισμα που κόστιζε περίπου 600 ευρώ μπορεί πλέον να φτάνει τα 1.450. Και απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα τι ακούει ο ψαράς; Επιδοτήσεις λίγων λεπτών. Υποσχέσεις. «Θα δούμε». «Θα εξετάσουμε». «Κατανοούμε το πρόβλημα». Ο ψαράς όμως δεν βάζει “κατανόηση” στη μηχανή του καϊκιού. Πετρέλαιο βάζει. Και το πετρέλαιο πληρώνεται.
Όταν λοιπόν ένας ολόκληρος παραγωγικός κλάδος ζητά άμεση στήριξη για να μπορέσει απλώς να βγει στη θάλασσα, η απάντηση δεν μπορεί να είναι μια επιδότηση που καταβάλλεται μήνες ή ακόμη και έναν χρόνο αργότερα. Μέχρι τότε τι θα κάνει ο επαγγελματίας; Θα χρεωθεί; Θα δέσει το καΐκι; Θα εγκαταλείψει; Γιατί εδώ βρίσκεται η μεγάλη εικόνα. Δεν μιλάμε μόνο για έναν επαγγελματικό κλάδο. Μιλάμε για την ελληνική παρουσία στη θάλασσα.
Ο Δημήτρης Τσιπούρας δήλωσε ότι είναι ψαράς τέταρτης γενιάς και περιέγραψε έναν κλάδο στον οποίο οι νέοι άνθρωποι δεν μπαίνουν πλέον. Ο στόλος γερνάει, τα καΐκια λιγοστεύουν και η επόμενη γενιά προτιμά –λογικά– έναν σταθερό μισθό από μια ζωή μέσα στην αβεβαιότητα. Και κάπως έτσι ένα παραδοσιακό ελληνικό επάγγελμα κινδυνεύει να εξαφανιστεί. Την ίδια στιγμή, όμως, η συζήτηση αποκτά ακόμη σοβαρότερη διάσταση όταν περνά στο Αιγαίο και στα τουρκικά αλιευτικά.
Στη συνέντευξη γίνονται καταγγελίες για τουρκικά σκάφη που εμφανίζονται κοντά σε ελληνικά νησιά, ακόμη και σε περιοχές όπου, σύμφωνα με τους συνομιλητές, οι Έλληνες ψαράδες βλέπουν την παρουσία τους να περιορίζεται. Και εδώ χρειάζεται μια ξεκάθαρη απάντηση από την Πολιτεία. Πού ακριβώς επιτρέπεται να αλιεύουν τα τουρκικά σκάφη; Ποιοι έλεγχοι πραγματοποιούνται; Πόσες παραβιάσεις έχουν καταγραφεί; Πόσα τουρκικά αλιευτικά έχουν απομακρυνθεί; Και ποιες ακριβώς εντολές έχει το Λιμενικό όταν Έλληνες επαγγελματίες καταγγέλλουν τέτοια περιστατικά; Δεν χρειάζονται κραυγές. Χρειάζονται απαντήσεις. Γιατί η θάλασσα δεν προστατεύεται με δελτία Τύπου. Προστατεύεται με παρουσία, έλεγχο και εφαρμογή των κανόνων.
Και υπάρχει ακόμη μία διάσταση που προκαλεί οργή.
Στη συζήτηση γίνεται αναφορά σε φορτηγά με τουρκικά ψάρια που, σύμφωνα με τον Τσιπούρα, εμποδίστηκαν να φτάσουν στην ιχθυόσκαλα της Μηχανιώνας κατά τη διάρκεια των κινητοποιήσεων. Παράλληλα, ο ίδιος καταγγέλλει ότι εισαγόμενα προϊόντα μπορούν να καταλήγουν στον καταναλωτή παρουσιαζόμενα ως ελληνικά. Εάν αυτό συμβαίνει, δεν είναι απλώς οικονομικό ζήτημα. Είναι θέμα ελέγχου της αγοράς και προστασίας του καταναλωτή. Ο Έλληνας έχει δικαίωμα να γνωρίζει αν η κουτσομούρα, ο μπακαλιάρος ή οποιοδήποτε άλλο ψάρι που αγοράζει είναι ελληνικό, τουρκικό, βουλγαρικό ή εισαγόμενο από οποιαδήποτε άλλη χώρα.
Δεν μπορεί ο Έλληνας ψαράς να πνίγεται στα έξοδα και την ίδια στιγμή η αγορά να γεμίζει εισαγόμενο προϊόν που παρουσιάζεται παραπλανητικά ως εγχώριο. Αυτό δεν είναι ελεύθερη αγορά. Είναι στρέβλωση εις βάρος εκείνου που παράγει εδώ. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ο ψαράς βρίσκεται αντιμέτωπος και με μια γραφειοκρατία που πολλές φορές μοιάζει σχεδιασμένη από ανθρώπους οι οποίοι δεν έχουν πατήσει ποτέ σε κατάστρωμα. Δορυφορικά συστήματα. Καταγραφικά. Ψηφιοποίηση. Ζυγαριές. Διαδικασίες. Έλεγχοι. Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν θα υποστηρίξει ότι δεν χρειάζονται κανόνες. Χρειάζονται. Όμως οι κανόνες πρέπει να μπορούν να εφαρμοστούν στην πραγματική ζωή. Δεν μπορείς να νομοθετείς για έναν ψαρά μέσα από ένα κλιματιζόμενο γραφείο σαν να εργάζεται σε αποθήκη. Στη θάλασσα έχει κύμα. Έχει αέρα. Έχει νύχτα. Έχει κίνδυνο. Έχει 5 και 6 μποφόρ.
Κι όμως, όπως περιγράφεται στη συνέντευξη, έχουν κατά καιρούς προταθεί διαδικασίες που οι ίδιοι οι επαγγελματίες θεωρούν πρακτικά ανεφάρμοστες πάνω σε ένα καΐκι που κουνιέται στο πέλαγος.
Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα είναι άλλο. Η Ελλάδα χάνει σταδιακά τον πρωτογενή της τομέα.
Αγρότες. Κτηνοτρόφοι. Ψαράδες. Άνθρωποι που παράγουν πραγματικό προϊόν και κρατούν ζωντανή την περιφέρεια, τα χωριά, τα λιμάνια και τα νησιά. Και κάθε φορά ακούμε την ίδια κασέτα. «Εκσυγχρονισμός». «Μεταρρυθμίσεις». «Πράσινη μετάβαση». «Ψηφιακός μετασχηματισμός». Ωραία όλα αυτά. Χωρίς παραγωγό όμως, τι ακριβώς θα ψηφιοποιήσουμε; Την εξαφάνισή του;
Χώρα που δεν παράγει το φαγητό της είναι χώρα εξαρτημένη. Χώρα που εγκαταλείπει τη θάλασσά της οικονομικά και παραγωγικά αφήνει χώρο να τον καλύψουν άλλοι.Και ειδικά στο Αιγαίο, αυτό δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι εθνικό ζήτημα.
Γι’ αυτό η Πολιτεία οφείλει να απαντήσει τώρα.
Θα στηρίξει ουσιαστικά το καύσιμο των επαγγελματιών αλιέων; Θα εξασφαλίσει πραγματικούς ελέγχους στις εισαγωγές; Θα προστατεύσει την ελληνική προέλευση των προϊόντων; Θα ελέγξει αποτελεσματικά την παράνομη αλιεία; Θα εξηγήσει ξεκάθαρα τι ισχύει με τα θαλάσσια πάρκα και τα δικαιώματα των Ελλήνων αλιέων; Και κυρίως: Θέλει η Ελλάδα να έχει Έλληνες ψαράδες στο Αιγαίο σε δέκα χρόνια; Γιατί αν η απάντηση είναι «ναι», οι αποφάσεις πρέπει να ληφθούν σήμερα. Όχι όταν τα τελευταία καΐκια θα έχουν δεθεί οριστικά στα λιμάνια. Όχι όταν οι τελευταίοι νέοι θα έχουν εγκαταλείψει το επάγγελμα. Όχι όταν θα κοιτάμε τη θάλασσα και θα αναρωτιόμαστε πότε χάσαμε αυτό που θεωρούσαμε αυτονόητο.
Ο Δημήτρης Τσιπούρας είπε μια φράση που συμπυκνώνει όλη την αγωνία του κλάδου:
«Θέλουμε λύσεις, εδώ και τώρα».
Και αυτή τη φορά η κυβέρνηση δεν έχει την πολυτέλεια να απαντήσει με ακόμη ένα «θα δούμε». Γιατί τα καΐκια μπορεί να περιμένουν δεμένα για λίγο. Η Ελλάδα όμως δεν έχει την πολυτέλεια να εγκαταλείψει τη θάλασσά της.
«Όταν ένας λαός εγκαταλείπει αυτούς που παράγουν, στο τέλος δεν χάνει μόνο την παραγωγή του. Χάνει την ανεξαρτησία του.»



