Γιατί όταν ο Έλληνας ψαράς δένει το καΐκι του στο λιμάνι επειδή δεν μπορεί να πληρώσει το πετρέλαιο και την ίδια ώρα βλέπει ξένα αλιευτικά να κινούνται στις θάλασσές μας, το πρόβλημα παύει να είναι απλώς οικονομικό. Γίνεται εθνικό.
Οι ψαράδες περιγράφουν μια πραγματικότητα ασφυκτική. Σκάφη δεμένα, επαγγελματίες χωρίς μεροκάματο, υποχρεώσεις που συνεχίζουν να τρέχουν και ένα κόστος καυσίμων που, όπως καταγγέλλουν, καθιστά ασύμφορο ακόμη και το να λύσουν κάβους. Και εδώ βρίσκεται ο απόλυτος παραλογισμός. Η Ελλάδα είναι μια χώρα με χιλιάδες χιλιόμετρα ακτογραμμής, με νησιά, με παράδοση αιώνων στη θάλασσα και στην αλιεία. Κι όμως κινδυνεύουμε να φτάσουμε στο σημείο να βλέπουμε τα ελληνικά καΐκια δεμένα και τον Έλληνα καταναλωτή να αγοράζει ολοένα περισσότερα εισαγόμενα ψάρια.
Ο Κωνσταντίνος Σαρούκος το είπε ξεκάθαρα: με τέτοιο κόστος δεν μπορούν να συνεχίσουν. Και το αίτημά τους δεν είναι να γίνουν προνομιούχοι ούτε να ζήσουν από επιδόματα. Ζητούν να μπορούν να δουλέψουν. Να διαμορφωθεί το κόστος του καυσίμου σε επίπεδο που να επιτρέπει στο καΐκι να βγει στη θάλασσα χωρίς ο ψαράς να γνωρίζει εκ των προτέρων ότι θα γυρίσει μέσα οικονομικά. Αυτό δεν είναι επιδότηση τεμπελιάς. Είναι προϋπόθεση παραγωγής. Διότι όταν καταστρέφεις τον παραγωγό, μετά πληρώνεις το τίμημα πολλαπλάσια. Το πληρώνεις στις εισαγωγές. Το πληρώνεις στις τιμές. Το πληρώνεις στην εγκατάλειψη των νησιών. Το πληρώνεις στην απώλεια επαγγελμάτων που περνούν από πατέρα σε παιδί. Και κάποια στιγμή το πληρώνεις και εθνικά.
Ακόμη σοβαρότερες είναι οι καταγγελίες που ακούστηκαν για όσα συμβαίνουν στο Αιγαίο.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε ο κ. Σαρούκος στη συνέντευξη, οι περιορισμοί που επιβάλλονται στους Έλληνες αλιείς λόγω προστατευόμενων περιοχών και θαλάσσιων πάρκων συρρικνώνουν δραματικά τις διαθέσιμες ζώνες αλιείας. Ο ίδιος υποστήριξε ότι περίπου το 60% περιοχών έχει δεσμευθεί με διάφορους περιορισμούς, με αποτέλεσμα οι επαγγελματίες να αναρωτιούνται πλέον πού ακριβώς θα μπορούν να εργαστούν.
Η προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος είναι αυτονόητη υποχρέωση. Αλλά υπάρχει ένα τεράστιο ερώτημα:
Πώς προστατεύεται το Αιγαίο όταν ο νόμιμος Έλληνας επαγγελματίας περιορίζεται, ενώ την ίδια ώρα υπάρχουν καταγγελίες από τους ίδιους τους αλιείς για τουρκικά σκάφη που φτάνουν σε ελληνικές θαλάσσιες περιοχές;
Ο κ. Σαρούκος προχώρησε σε εξαιρετικά σοβαρούς ισχυρισμούς, μιλώντας ακόμη και για τουρκικά αλιευτικά που, όπως υποστήριξε, φτάνουν μέχρι περιοχές της Μυκόνου και της Κύθνου, ενώ έκανε λόγο για ανεπαρκή αστυνόμευση. Αυτές οι καταγγελίες δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ούτε με αδιαφορία ούτε με ένα ακόμη κυβερνητικό «θα εξετάσουμε το θέμα». Πρέπει να απαντηθούν επίσημα. Ισχύουν ή δεν ισχύουν; Πόσα περιστατικά έχουν καταγραφεί; Τι εντολές έχει το Λιμενικό; Πόσοι έλεγχοι έχουν πραγματοποιηθεί; Πόσες παραβάσεις έχουν βεβαιωθεί; Και κυρίως: προστατεύονται στην πράξη τα δικαιώματα των Ελλήνων αλιέων; Γιατί οι ίδιοι οι ψαράδες υποστηρίζουν ότι διαθέτουν ακόμη και βίντεο και άλλα ντοκουμέντα, τα οποία έχουν αποστείλει στις αρμόδιες αρχές. Εάν αυτά ισχύουν, τότε δεν μιλάμε απλώς για μια οικονομική διαφορά. Μιλάμε για μια κατάσταση που απαιτεί άμεση κρατική αντίδραση. Την ώρα λοιπόν που τα ελληνικά καΐκια παραμένουν δεμένα εξαιτίας του κόστους, στη συνέντευξη μεταφέρθηκε ακόμη και πληροφορία ότι τουρκικές μηχανότρατες βρίσκονταν πάνω από τη Σαμοθράκη.
Και εδώ έρχεται η μεγάλη πολιτική ευθύνη.
Δεν μπορεί κάθε φορά που ένας παραγωγικός κλάδος φτάνει στα όριά του η απάντηση να είναι ένα μικρό επίδομα, μερικά λεπτά στο καύσιμο και μία φωτογραφία στο υπουργείο. Ο ψαράς δεν ζητά ελεημοσύνη. Ζητά να μπορεί να εργαστεί. Ζητά κανόνες. Ζητά προστασία. Ζητά να ξέρει ότι το κράτος που του επιβάλλει περιορισμούς είναι το ίδιο κράτος που θα υπερασπιστεί τα δικαιώματά του απέναντι σε οποιονδήποτε τα παραβιάζει.
Ο Σαρούκος περιέγραψε το αδιέξοδο με τον πιο σκληρό τρόπο: εάν δεν αλλάξει η κατάσταση, εργαζόμενοι θα φύγουν από τα καΐκια, σκάφη θα μείνουν δεμένα και ο κλάδος της ελληνικής αλιείας κινδυνεύει να τελειώσει. Και τότε τι θα μείνει; Εισαγόμενα ψάρια. Εγκαταλελειμμένα καΐκια. Άνεργοι ψαράδες.Νησιά που θα χάνουν ακόμη μία παραδοσιακή παραγωγική δραστηριότητα. Και ένα Αιγαίο στο οποίο ο Έλληνας επαγγελματίας θα γίνεται ολοένα και λιγότερο παρών.
Αυτό ακριβώς είναι που πρέπει να καταλάβουν στην Αθήνα.
Η αλιεία δεν είναι ένας αριθμός σε έναν πίνακα του υπουργείου. Είναι παραγωγή, οικονομία, οικογένειες και ζωή στα ακριτικά νησιά. Και στο Αιγαίο η παρουσία του Έλληνα ψαρά έχει και μια πρόσθετη σημασία: κρατά ζωντανή την ελληνική δραστηριότητα εκεί όπου η χώρα δεν έχει την πολυτέλεια να απουσιάζει. Η κυβέρνηση οφείλει λοιπόν να απαντήσει τώρα. Τι θα κάνει για το κόστος των καυσίμων; Τι θα κάνει για την επιβίωση των αλιέων; Τι ακριβώς προβλέπει για τους περιορισμούς των θαλάσσιων πάρκων; Και τι κάνει απέναντι στις καταγγελίες για τουρκική αλιευτική δραστηριότητα; Γιατί τα «θα» τελείωσαν. Και μαζί με αυτά κινδυνεύουν να τελειώσουν και τα ελληνικά καΐκια.
Ο κλάδος δεν ζητά χάρη. Ζητά να μην τον καταδικάσουν σε εξαφάνιση. Και όποιος θεωρεί ότι η Ελλάδα μπορεί να αφήσει την αλιεία της να πεθάνει και απλώς να γεμίσει την αγορά με εισαγόμενα ψάρια, ας αναλογιστεί τι σημαίνει μια χώρα που σταδιακά παύει να παράγει οτιδήποτε δικό της.
Γιατί, όπως λέει και η παροιμία:
«Όποιος εγκαταλείπει τη θάλασσά του, μια μέρα θα ψάχνει και τη στεριά του».



