Κατηγορούμενος για ενδοοικογενειακή βία βρέθηκε ένας άνδρας στην Θεσσαλονίκη, μετά από έντονο καβγά που είχε με τη σύζυγό του, γιατί εκείνη έκανε μπότοξ.
Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, το βράδυ της Περασμένης Παρασκευής ο σύζυγος υποψιάστηκε ότι η 38χρονη είχε κάνει μπότοξ και δε συμφωνούσε με την ενέργεια αυτή.
Ξεκίνησε έτσι ένας λεκτικός καβγάς, ο οποίος όμως ξέφυγε, με αποτέλεσμα η γυναίκα να ειδοποιήσει την αστυνομία και να τον καταγγείλει για ενδοοικογενειακή βία, δείχνοντας μια μελανιά που είχε στο πρόσωπό της.
Οι αστυνομικοί συνέλαβαν τον άνδρα και του ασκήθηκε ποινική δίωξη για απλή σωματική βλάβη.
Καταθέτοντας στο δικαστήριο, η 38χρονη τα «γύρισε» υποστηρίζοντας πως ο σύζυγός της δεν άσκησε ποτέ σωματική βία σε βάρος της και ότι εκείνη είχε καταναλώσει παραπάνω αλκοόλ, κάτι το οποίο συνέβαλε στον καυγά. Σχετικά με τη μελανιά που είχε στο πρόσωπο, ισχυρίστηκε ότι είπε ψέματα στην αστυνομία ότι την προκάλεσε ο σύζυγός της για να μη καταλάβει ότι είχε κάνει μπότοξ, αφού γνώριζε ότι διαφωνεί με την αισθητική επέμβαση.
«Δεν ήθελα να καταλάβει ότι έχω κάνει μποτοξ, είχα κάνει την επέμβαση το πρωί. Με ρωτούσε πως πέρασα την ημέρα μου και του έλεγα διάφορα ψέματα. Γι’ αυτό είπα και στην αστυνομία ότι μου προκάλεσε αυτός τη μελάνια στο πρόσωπο, δεν ήθελα να καταλάβει για το μπότοξ. Είναι καλός σύζυγος, έχουμε ένα παιδάκι», ανέφερε και συνέχισε: «Μαλώσαμε και επάνω στον καβγά έριξα κάτω ένα μπουκάλι. Μου έλεγε “εμένα μου αρέσεις όπως είσαι”. Αυτός μου είπε να καλέσω την αστυνομία».
Ξεκινώντας την απολογία του ο κατηγορούμενος ανέφερε στους δικαστές ότι «δεν είχε ανάγκη να κάνει μπότοξ», ενώ αρνήθηκε ότι χτύπησε τη σύζυγό του.
«Πέταξε έναν μπουκάλι, δε την χτύπησα. Πήρα το παιδί και βγήκα έξω να ηρεμήσουμε. Εγώ της είπα να πάρει την αστυνομία. Ήταν έξαλλη, δεν μπορούσε να ηρεμήσει. Είχε πολλά νεύρα. Δεν θέλω να κάνει μπότοξ, τη θέλω έτσι όπως είναι. Είναι 38 ετών και μετά θα το μετανιώσει», κατέληξε.
Παρόλο που η εισαγγελέας της έδρας πρότεινε την ενοχή του για την πράξη που κατηγορείτο, καθώς η καταγγέλλουσα παρουσίασε δύο διαφορετικές εκδοχές – στην αστυνομία και στο δικαστήριο, οι οποίες έρχονται σε πλήρη αντίθεση μεταξύ τους αναφορικά με τα πραγματικά περιστατικά, τελικά το δικαστήριο έκρινε αθώο τον κατηγορούμενο λόγω αμφιβολιών.


