Στην εκπομπή του Γρηγόρη Σερέτη «Κόντρα στο Σύστημα» στον Focus FM 103,6 και ΜΑΧΗ FM 99,8 – τα μόνα πατριωτικά ραδιόφωνα – βρέθηκε σήμερα καλεσμένος ο γνωστός ποινικολόγος Θέμης Σοφός, και μίλησε για το άρθρο 86 του Συντάγματος, τις ευθύνες υπουργών, αλλά και το συγκλονιστικό ζήτημα των Τεμπών που συνεχίζει να πονά την ελληνική κοινωνία.
Από την αρχή της συζήτησης φάνηκε καθαρά πως το ζήτημα δεν είναι απλώς νομικό. Είναι βαθιά πολιτικό, κοινωνικό και ηθικό. Ο κ. Σοφός αναφέρθηκε στην υπόθεση του Πάνου Ρούτση, ο οποίος δικαιώθηκε με την απόφαση για εκταφή και τοξικολογικές εξετάσεις στη σορό του γιου του. Ένα αίτημα που έπρεπε να είχε ικανοποιηθεί εξαρχής, αλλά χρειάστηκαν μήνες, επιμονή και συγκλονιστικός αγώνας για να γίνει πράξη. Και μόνο αυτό δείχνει τον βαθμό δυσπιστίας απέναντι στη Δικαιοσύνη και τις αρχές.
Η υπόθεση των Τεμπών, που κόστισε τη ζωή σε δεκάδες νέους ανθρώπους, αποκαλύπτει με τον πιο ωμό τρόπο την παρακμή του ελληνικού κράτους. Όπως εξήγησε ο κ. Σοφός, η μη διενέργεια τοξικολογικών εξετάσεων δεν ήταν αποτέλεσμα συνωμοσίας, αλλά μιας πρακτικής της ιατροδικαστικής επιστήμης που θεωρεί δεδομένη την αιτία θανάτου σε περιπτώσεις απανθράκωσης. Όμως, όταν προέκυψαν αμφιβολίες και αντιφάσεις, έπρεπε άμεσα να γίνουν οι εξετάσεις. Κι όμως, αυτό καθυστέρησε. Γιατί; Ποιος ήθελε να κλείσει γρήγορα τον φάκελο; Και γιατί χρειάστηκε να φτάσουμε στο «και πέντε» για να κινηθεί η Δικαιοσύνη;
Ο κ. Σοφός ήταν ξεκάθαρος: Οι νέες εξετάσεις μπορεί να οδηγήσουν σε άνοιγμα νέας δικογραφίας. Αν βρεθούν υπολείμματα καύσιμης ύλης, τότε τα πράγματα αλλάζουν ριζικά. Δεν θα μιλάμε απλά για «δυστύχημα», αλλά για εγκληματικές παραλείψεις και πιθανώς για εγκληματικές ενέργειες.
Από το σημείο αυτό η κουβέντα πήγε στο πολυσυζητημένο άρθρο 86 του Συντάγματος, το οποίο έχει γίνει ασπίδα ατιμωρησίας για υπουργούς και κυβερνώντες. Ο Σερέτης έθεσε το ερώτημα που καίει την κοινωνία: «Πώς είναι δυνατόν ένας υπουργός που δεν έκανε τη δουλειά του, που δεν πήρε τα μέτρα του, που απέτυχε παταγωδώς στο καθήκον του, να μην κάθεται στο εδώλιο; Γιατί να μην λογοδοτεί όπως κάθε πολίτης; Γιατί να καλύπτεται πίσω από ένα άρθρο που έχει μετατραπεί σε συνταγματικό άλλοθι της διαφθοράς;»
Ο κ. Σοφός απάντησε με νομική σαφήνεια: Το άρθρο 86 ισχύει μόνο για πράξεις που συνδέονται άμεσα με την άσκηση υπουργικών καθηκόντων. Για βαριά εγκλήματα, όπως η ανθρωποκτονία, το ξέπλυμα μαύρου χρήματος ή η συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης, δεν απαιτείται άδεια της Βουλής. Και μάλιστα έφερε το παράδειγμα του Άκη Τσοχατζόπουλου, για τον οποίο δεν χρειάστηκε βουλευτική άδεια, προκειμένου να διερευνηθούν οι πράξεις του. Το μήνυμα ήταν σαφές: Το άρθρο 86 έχει όρια και εξαιρέσεις. Δεν είναι λευκή επιταγή ατιμωρησίας. Όμως, στην πράξη, οι πολιτικές πλειοψηφίες το χρησιμοποιούν σαν προπέτασμα καπνού.
Η αναφορά του κ. Σοφού στην Ευρωπαία Εισαγγελέα Λάουρα Κοβέσι ήταν καίρια. Εκείνη, από την πλευρά της, έχει καταστήσει σαφές ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει αρμοδιότητα να ερευνά εγκλήματα που βλάπτουν τα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ, χωρίς να δεσμεύεται από το άρθρο 86. Αυτό είναι ένα κρίσιμο σημείο. Το ενωσιακό δίκαιο μπορεί να σπάσει το φράγμα της ασυλίας, όταν πρόκειται για ξέπλυμα, απάτη ή διασπάθιση ευρωπαϊκών κονδυλίων.
Κι εδώ είναι που μπαίνει το πραγματικό ερώτημα: «Πόσες τέτοιες υποθέσεις έχουν θαφτεί στην Ελλάδα πίσω από την προστασία του άρθρου 86; Πόσες φορές το Κοινοβούλιο λειτούργησε ως φρούριο προστασίας πολιτικών που κατηγορούνταν για βαριά εγκλήματα; Και πόσες φορές οι Έλληνες πολίτες ένιωσαν ότι το Σύνταγμα λειτουργεί σαν εμπόδιο στην απονομή Δικαιοσύνης αντί για εγγύηση ισονομίας;»
Ο κ. Σοφός είπε: «Ναι, το άρθρο 86 μπορεί να καταργηθεί. Αρκεί να υπάρξει ειλικρινής πολιτική βούληση. Όχι οι γνωστές υποκριτικές δηλώσεις «θέλουμε διαφάνεια» που ακούμε χρόνια, αλλά μια πραγματική συνταγματική τομή. Να δημιουργηθεί μια νέα αναθεωρητική Βουλή που θα βάλει τέλος στην ασυλία». «Ή», όπως πρότεινε, «να εισαχθεί ένα δικαστικό συμβούλιο που θα κρίνει με αντικειμενικά κριτήρια αν πρέπει να κινηθεί ποινική δίωξη κατά υπουργών, χωρίς να εξαρτάται από την εκάστοτε πλειοψηφία».
Αυτό όμως προϋποθέτει κάτι που σήμερα μοιάζει σπάνιο: Εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Και εκεί ήταν που ο Σερέτης εξέφρασε την αγωνία του κόσμου: «Όταν σε κάθε ανεξάρτητη αρχή, σε κάθε ελεγκτικό μηχανισμό, σε κάθε υπηρεσία τοποθετούνται «δικά μας παιδιά», πώς να εμπιστευτεί ο πολίτης το κράτος; Πώς να πιστέψει ότι η Δικαιοσύνη θα σταθεί στο ύψος της;»
Η αλήθεια είναι σκληρή. Οι πολίτες έχουν χάσει την πίστη τους. Βλέπουν την κυβέρνηση να μπαζώνει τον τόπο των Τεμπών, αντί να τον ερευνά. Βλέπουν μάρτυρες να φεύγουν, χωρίς να καταθέτουν. Βλέπουν στοιχεία να χάνονται, καταγραφικά να εξαφανίζονται, συνομιλίες να «μοντάρονται». Και μετά ακούν ότι «όλα έγιναν σύμφωνα με το Σύνταγμα». Μα ποιο Σύνταγμα; Εκείνο που έχει μετατραπεί σε κουρελόχαρτο από τις εκάστοτε πλειοψηφίες;
Το άρθρο 86 είναι ο καθρέφτης της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Μια χώρα όπου οι απλοί πολίτες διώκονται μέχρι τελευταίας δεκάρας, αλλά οι υπουργοί και οι πρωθυπουργοί κρύβονται πίσω από ασυλίες και παραγραφές. Ο κ. Σοφός το είπε καθαρά: «Μπορεί να καταργηθεί». Αλλά φοβάται ότι δεν θα γίνει ποτέ, γιατί κανένα κόμμα δεν θέλει πραγματικά να σπάσει το σύστημα που το προστατεύει. Η κυβέρνηση το χρειάζεται. Η αντιπολίτευση το ελπίζει για αύριο. Και ο λαός μένει με την πίκρα και την αίσθηση ότι είναι μόνος απέναντι σε όλα.
Κι όμως, η ιστορία των Τεμπών δείχνει ότι τίποτα δεν μένει θαμμένο για πάντα. Όσο υπάρχουν άνθρωποι σαν τον Πάνο Ρούτση, που παλεύουν για την αλήθεια, όσο υπάρχουν δικηγόροι που επιμένουν στην εφαρμογή του νόμου, όσο υπάρχουν φωνές σαν του Γρηγόρη Σερέτη που δεν φοβούνται να πουν δημόσια τα πράγματα με το όνομά τους, υπάρχει ελπίδα. Η αλήθεια μπορεί να καθυστερεί, αλλά στο τέλος βρίσκει τον δρόμο της.
Το άρθρο 86 μπορεί να είναι ακόμη ζωντανό, αλλά η κοινωνία είναι πιο ζωντανή. Και όταν το αίμα των παιδιών των Τεμπών ζητά Δικαιοσύνη, καμία ασυλία, κανένα άρθρο και κανένα πολιτικό παιχνίδι δεν μπορεί να το φιμώσει.



