Στην εκπομπή του Γρηγόρη Σερέτη «Κόντρα στο Σύστημα» στον Focus FM 103,6 και ΜΑΧΗ FM 99,8 – τα μόνα πατριωτικά ραδιόφωνα – βρέθηκε σήμερα καλεσμένος ο Γιώργος Καμπαϊλής, πατέρας του αδικοχαμένου Γιάννη, και μίλησε για το εθνικό έγκλημα, την ανείπωτη τραγωδία και το σκοτεινό παρακράτος, που αφήνει δολοφόνους να κυκλοφορούν ελεύθεροι.
Η φωνή του Γιώργου Καμπαϊλή δεν είναι απλώς η φωνή ενός πατέρα που θρηνεί. Είναι η φωνή ενός ολόκληρου λαού που βλέπει το κράτος να σαπίζει, τους θεσμούς να καταρρέουν και τους υπευθύνους να ζουν ελεύθεροι, πλούσιοι και ατιμώρητοι. Είναι η φωνή της Ελλάδας που απέμεινε όρθια μόνο στη δικαιοσύνη του Θεού και όχι σε αυτή των ανθρώπων.
Ο Γιώργος μίλησε με τρόπο που συγκλόνισε κάθε ακροατή. Δεκαπέντε μήνες μετά τον χαμό του παιδιού του, είναι η πρώτη φορά που του δόθηκε χρόνος να εξηγήσει, όχι σε ένα μοντάζ δευτερολέπτων, όχι σε μια δήλωση που κόβουν όπως θέλουν, αλλά να μιλήσει, όπως πρέπει να μιλήσει, ένας πατέρας που έχασε το παιδί του μέσα σε ένα λούνα παρκ-παγίδα θανάτου που λειτουργούσε χωρίς άδεια, χωρίς έλεγχο, χωρίς τίποτα. Με την ανοχή, ίσως και με κάλυψη, ενός Δήμου που πέρασε μπροστά από το έγκλημα εκατοντάδες φορές και δεν είδε τίποτα.
Ο Γιάννης Καμπαϊλής, 19 χρονών παιδί, στρατιώτης στον Έβρο, δεν σκοτώθηκε σε τροχαίο, ούτε σε κόντρα, ούτε σε επικίνδυνη συμπεριφορά. Σκοτώθηκε εκεί που πήγε για να χαρεί, με τα αδέρφια και τη μητέρα του, σε ένα Λούνα Παρκ που το μόνο που είχε νόμιμο ήταν… το όνομα. Ένα σάπιο μηχάνημα, μια ιδιοκατασκευή-φονικό εργαλείο, κολλημένο με ηλεκτροκολλήσεις του γκαράζ, χωρίς άδεια, χωρίς έλεγχο, χωρίς καν να συνδέεται νόμιμα στο ρεύμα.
Το ίδιο βράδυ, όπως ο πατέρας αποκάλυψε, οι υπεύθυνοι εξαφανίστηκαν. Ο χειριστής, ο ιδιοκτήτης, οι «τεχνικοί» — όλοι άφαντοι. Και όμως, η Δικαιοσύνη δεν τους θεώρησε «ύποπτους φυγής». Ο χειριστής, μάλιστα, σύμφωνα με όσα αποκάλυψε ο κ. Καμπαϊλής, απείλησε τον ίδιο τον πατέρα ότι «θα τον σκοτώσει» και ότι «πήρε όπλο». Πήγε στην Ασφάλεια, κατήγγειλε, ζήτησε προστασία. Αποτέλεσμα; Κανένα.
Αυτός ο άνθρωπος κυκλοφορεί ελεύθερος. Το ίδιο και ο ιδιοκτήτης. Το ίδιο και ο μηχανικός που υπέγραφε μαϊμού χαρτιά. Το ίδιο και όσοι στον Δήμο Κασσάνδρας γνώριζαν, σιωπούσαν, επέτρεπαν, συνέτρωγαν και συνδιαλέγονταν με τον άνθρωπο που είχε στήσει επί χρόνια αυτό το «πάρκο θανάτου».
Ο κ. Καμπαϊλής, μέσα σε φωνή που έτρεμε από οργή και πόνο, αποκάλυψε ότι το μηχάνημα, αντί να δεσμευτεί ως πειστήριο, όπως επιβάλλει η λογική και ο νόμος, πουλήθηκε στο εξωτερικό — πιθανότατα στην Αλβανία — και λειτουργεί ακόμη. Δηλαδή το φονικό εργαλείο, που σκότωσε ένα παιδί, συνεχίζει να δουλεύει, να περιστρέφεται, να τρέχει, να απειλεί άλλες ζωές. «Τους παρακαλούσα να το δεσμεύσουν» είπε. «Μου έλεγαν πως έχει ελεγχθεί. Και μετά το εξαφάνισαν».
Το ελληνικό κράτος σε όλη του τη γύμνια. Αλήθεια, πόσο πιο κάτω μπορεί να πέσει;
Ο πατέρας αποκάλυψε ακόμη ότι, ενώ έστελνε οπτικοακουστικό υλικό, ντοκουμέντα, αποδείξεις, ενώ έδινε 200 σελίδες την εβδομάδα στον ανακριτή και στον εισαγγελέα, αυτοί «δεν έβλεπαν λόγο προφυλάκισης». Ένας άνθρωπος χωρίς σταθερή κατοικία, χωρίς ΑΦΜ, χωρίς φορολογικές υποχρεώσεις, χωρίς τίποτα, δεν ήταν ύποπτος φυγής. Αντίθετα, ο πατέρας που ζητά δικαιοσύνη γίνεται «ενοχλητικός».
Και σαν να μην έφτανε αυτό, κατηγόρησε ανοιχτά τη δημοτική αρχή Κασσάνδρας για συγκάλυψη, αδιαφορία, παρανομίες και προσωπικές σχέσεις με τον ιδιοκτήτη. Μίλησε για αντιδημάρχους που υπέγραφαν, χωρίς να ελέγχουν τίποτα. Για δημάρχους που ήξεραν ότι το Λούνα Παρκ δεν έχει άδεια, ότι παίρνει ρεύμα από κολόνα, ότι δεν πλήρωνε τέλη, ότι λειτουργούσε 10 χρόνια παράνομα, και όμως, παρέμενε ανοικτό. Για να μην «χαλάσει η μπίζνα». Για να μην ταραχτεί το σύστημα της παραλίας που μοιράζει χρήμα. Για να λειτουργήσει το καλοκαίρι, να κυλήσει η μαρμίτα, να φουσκώσουν τσέπες.
«Τι είναι η ανθρώπινη ζωή μπροστά στα έσοδα ενός Αυγούστου;» αναρωτήθηκε ο κ. Καμπαϊλής. «Τίποτα. Γι’ αυτό το παιδί μου πέθανε. Γιατί ήταν φθηνότερο να πεθάνει, παρά να σφραγίσουν το Λούνα Παρκ».
Συγκλονιστικός και ο τρόπος που περιέγραψε τα δύο μικρότερα παιδιά του: πώς κρατούσαν το κεφάλι του αδερφού τους, για να μη δει η μητέρα την εικόνα. Πώς ο 16χρονος γιος του γλίτωσε από θαύμα. Πώς η οικογένεια, μέσα στον τραυματισμό της, βρέθηκε μόνη.
Και εδώ έρχεται άλλη μία γροθιά στο στομάχι: Κανένας δήμος, κανένας φορέας, κανένας κρατικός οργανισμός δεν τηλεφώνησε ποτέ στην οικογένεια. Ούτε για ψυχολόγο, ούτε για συμπαράσταση, ούτε για μία ανθρώπινη κουβέντα. «Ούτε ένας άνθρωπος δεν πήρε να μου πει μια συγγνώμη», είπε, «ούτε ένας».
Κράτος-φάντασμα, δήμοι-μαγαζάκια, πολιτικοί-υπάλληλοι συμφερόντων. Και ο πατέρας να παλεύει μόνος του. Να πληρώνει από την τσέπη του, να ταξιδεύει σε δικαστήρια, να ψάχνει τον δολοφόνο του παιδιού του, γιατί η Πολιτεία δεν το κάνει. Να μαζεύει στοιχεία που δεν μπόρεσαν (ή δεν θέλησαν) να βρουν οι αρμόδιοι.
Ο κ. Καμπαϊλής μίλησε ανοιχτά για πολιτικές παρεμβάσεις, πιέσεις, «παρεάκια» που προσπαθούν να σώσουν την έκπτωτη δήμαρχο. Για ανθρώπους που παρακαλούν να μην τελεσιδικήσει η έκπτωσή της γιατί, αν πέσει, θα συμπαρασύρει πολλούς.
«Αν ήταν το δικό τους παιδί;» ρώτησε. «Τι θα έκαναν τότε;» Η απάντηση είναι γνωστή. Θα είχαν κάψει τον τόπο. Όμως εδώ δεν μιλάμε για τα παιδιά τους. Μιλάμε για ένα παιδί «του απλού λαού». Κι έτσι, η τραγωδία πρέπει να θαφτεί. Μόνο που ο Γιώργος Καμπαϊλής δεν θάβεται μαζί της.
Στο τέλος, ο πατέρας είπε το βαρύτερο: «Αν δεν τους καταδικάσει η Δικαιοσύνη, θα τους καταδικάσω εγώ».



