Αυτόπτης μάρτυρας Τεμπών : «Υπήρχαν χημικά» – Εύη Τσάπαρη, Γρηγόρης Σερέτης

Στην εκπομπή του Γρηγόρη Σερέτη, στον Focus FM 103,6 και στον ΜΑΧΗ FM 99,8 – τα μόνα πατριωτικά ραδιόφωνα – μίλησε η Εύη Τσάπαρη, επιζήσασα και αυτόπτης μάρτυρας της τραγωδίας των Τεμπών.

focusfm.gr
7 Οκτωβρίου 2026, 00:31

Μια γυναίκα που δεν έμαθε όσα συνέβησαν από τηλεοπτικά παράθυρα, πορίσματα και συνεντεύξεις Τύπου. Ήταν εκεί. Μέσα στο τρένο. Έζησε τη σύγκρουση, τον εκτροχιασμό, τη φωτιά, τον πανικό και τις κραυγές.  Και η μαρτυρία της γεννά ερωτήματα που κανένα κράτος δικαίου δεν δικαιούται να προσπεράσει.

Η Εύη Τσάπαρη ταξίδευε στο Β3. Περιγράφει το έντονο φρενάρισμα, δεύτερο φρενάρισμα και, πριν ολοκληρωθεί ένα τρίτο, τον εκτροχιασμό. Σκοτάδι, σπασμένα τζάμια, πανικός. Το χέρι της εγκλωβίστηκε στο μπροστινό κάθισμα και χρειάστηκε η βοήθεια του φίλου της, Νίκου, για να απεγκλωβιστεί. Κατάφεραν να βγουν. Και τότε αντίκρισαν τη φωτιά.

Η επιζήσασα περιγράφει ότι απομακρύνθηκαν φοβούμενοι νέα έκρηξη, περνώντας ακόμη και κάτω από βαγόνια της εμπορικής αμαξοστοιχίας. Όμως εκείνο που προκαλεί ιδιαίτερη αίσθηση είναι όσα λέει για την ατμόσφαιρα στο σημείο. Η ίδια μιλά για μια περίεργη μυρωδιά που, όπως τονίζει, δεν είχε ξαναμυρίσει ποτέ. Περιγράφει αίσθηση καψίματος στη μύτη και στο αναπνευστικό της. Δεν επιχειρεί να προσδιορίσει επιστημονικά ποια ουσία μπορεί να υπήρχε. Και ακριβώς γι’ αυτό η μαρτυρία της αποκτά ιδιαίτερη σημασία: περιγράφει αυτό που αισθάνθηκε, χωρίς να εμφανίζεται ως χημικός ή πραγματογνώμονας. Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι αυτό που καταθέτει για τα προσωπικά της αντικείμενα. Η βαλίτσα και το σακίδιό της παραδόθηκαν στην οικογένειά της ημέρες αργότερα. Όπως υποστηρίζει, πάνω τους είχε παραμείνει όχι μόνο η μυρωδιά του καμένου αλλά και εκείνη η ιδιαίτερη «χημική» οσμή που θυμόταν από τη νύχτα της τραγωδίας. Αυτό δεν αποτελεί από μόνο του εργαστηριακή απόδειξη για συγκεκριμένη ουσία. Αποτελεί όμως μαρτυρία. Και οι μαρτυρίες δεν πετιούνται στα σκουπίδια επειδή ενοχλούν. Εξετάζονται.

Η κ. Τσάπαρη περιγράφει επίσης ότι, όταν κατέθεσε, δέχθηκε επανειλημμένες ερωτήσεις σχετικά με το εάν η μυρωδιά που θυμόταν έμοιαζε με μυρωδιά καμένης μπαταρίας. Η ίδια επέμενε πως όχι. Και εδώ γεννιέται ένα απλό ερώτημα: Γιατί δεν αρκούσε η περιγραφή της μάρτυρος; Γιατί χρειαζόταν να συνδεθεί η οσμή με κάτι συγκεκριμένο; Δεν προδικάζουμε την απάντηση. Την απαιτούμε. Γιατί στα Τέμπη το μεγαλύτερο χρέος απέναντι στους 57 νεκρούς, στις οικογένειές τους και στους επιζώντες είναι ένα: κάθε στοιχείο να εξεταστεί μέχρι τέλους.

Η περιγραφή της ίδιας για τις πρώτες ώρες μετά τη σύγκρουση είναι εξίσου σκληρή. Όπως λέει, οι επιβάτες στο σημείο όπου βρισκόταν ουσιαστικά προσπαθούσαν μόνοι τους να σωθούν. Η ίδια είχε τραυματιστεί στην πλάτη. Περιγράφει ότι άνθρωπος του ΕΚΑΒ της εξήγησε πως υπήρχαν βαρύτερα περιστατικά και δεν μπορούσε να την περιθάλψει εκείνη τη στιγμή. Έφυγε τελικά για τη Θεσσαλονίκη τραυματισμένη και στη συνέχεια νοσηλεύτηκε για τρεις ημέρες.

Περιγράφει ακόμη επιβάτες να ανεβαίνουν την πλαγιά με καλώδιο, ανθρώπους χωρίς επαρκή μέσα προστασίας από το κρύο και επιζώντες να βοηθούν άλλους επιζώντες. Μια εικόνα χάους μέσα σε μια εθνική τραγωδία. Και πίσω από όλα αυτά υπάρχουν άνθρωποι που εξακολουθούν να ζουν τη νύχτα της 28ης Φεβρουαρίου 2023.

Η Τσάπαρη λέει κάτι που θα έπρεπε να μας στοιχειώνει: Οι επιζώντες μπορεί να σώθηκαν σωματικά, αλλά πολλοί παραμένουν ψυχικά τραυματισμένοι. Μιλά για κλειστοφοβία, φόβο στα μέσα μεταφοράς, φόβο ατυχήματος και φόβο θανάτου. Θυμάται τις κραυγές: ανθρώπους να ζητούν βοήθεια, να φωνάζουν να τους βγάλουν έξω. Αυτές οι φωνές δεν σβήνουν με μια κυβερνητική ανακοίνωση. Δεν σβήνουν με επικοινωνιακή διαχείριση. Δεν σβήνουν επειδή πέρασαν τρία χρόνια. Και πάνω απ’ όλα δεν σβήνουν όσο υπάρχουν αναπάντητα ερωτήματα.

Η ίδια η μάρτυρας εμφανίζεται ιδιαίτερα απαισιόδοξη για το αν θα αποδοθούν ευθύνες μέχρι το υψηλότερο επίπεδο. Αυτή είναι δική της εκτίμηση και θα κριθεί από την πορεία της Δικαιοσύνης. Αλλά σε μια δημοκρατία η απάντηση σε μια τέτοια δυσπιστία δεν μπορεί να είναι η απαξίωση των επιζώντων. Πρέπει να είναι η διαφάνεια. Πρέπει να είναι οι αποδείξεις. Πρέπει να είναι μια δικαστική διαδικασία που δεν θα αφήνει ούτε σκιά αμφιβολίας ότι εξετάστηκε κάθε πιθανό στοιχείο, κάθε μαρτυρία, κάθε εύρημα και κάθε ευθύνη.

Γιατί εδώ δεν συζητάμε για κομματικό καβγά. Συζητάμε για 57 ανθρώπους που δεν επέστρεψαν ποτέ στα σπίτια τους. Για οικογένειες που ζητούν απαντήσεις. Για επιζώντες που κουβαλούν ακόμη τις εικόνες, τις μυρωδιές και τις κραυγές εκείνης της νύχτας. Και υπάρχει ένα ερώτημα που δεν μπορεί να θαφτεί κάτω από τόνους πολιτικής αντιπαράθεσης: Τι ακριβώς συνέβη εκείνο το βράδυ;

Εάν η περίεργη οσμή που περιγράφει η Εύη Τσάπαρη είχε συγκεκριμένη χημική προέλευση, αυτό πρέπει να αποδειχθεί επιστημονικά. Εάν δεν είχε, επίσης πρέπει να αποδειχθεί. Εάν υπήρχε οποιοδήποτε φορτίο που συνέβαλε στην εξέλιξη της πυρκαγιάς, πρέπει να εντοπιστεί. Εάν δεν υπήρχε, πρέπει να τεκμηριωθεί με τρόπο που να αντέχει σε κάθε επιστημονικό και δικαστικό έλεγχο. Όχι με συνθήματα. Όχι με κομματικές κραυγές. Με στοιχεία. Αυτό ζητά μια κοινωνία που επί τρία χρόνια ακούει εκδοχές, πορίσματα, αντικρουόμενες εκτιμήσεις και καταγγελίες. Και αυτό οφείλει η Πολιτεία στους νεκρούς.

Τα Τέμπη δεν επιτρέπεται να γίνουν άλλη μία ελληνική υπόθεση που θα χαθεί στον χρόνο μέχρι να κουραστεί η κοινωνία να ρωτά. Γιατί οι επιζώντες δεν ξέχασαν. Οι γονείς δεν ξέχασαν. Τα αδέλφια δεν ξέχασαν. Και όσο υπάρχουν άνθρωποι που θυμούνται εκείνη τη νύχτα και ζητούν απαντήσεις, το ερώτημα θα επιστρέφει: Τι υπήρχε στην ατμόσφαιρα των Τεμπών και γιατί μια επιζήσασα περιγράφει ακόμη και τα προσωπικά της αντικείμενα ως ποτισμένα με εκείνη την παράξενη οσμή;

Η απάντηση δεν ανήκει σε κανένα κόμμα. Ανήκει στην έρευνα και στη Δικαιοσύνη. Και η απαίτηση είναι μία: Όλα στο φως. Μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. Μέχρι τον τελευταίο υπεύθυνο.

Γιατί, όπως λέει και το απόφθεγμα:

«Η αλήθεια μπορεί να καθυστερήσει. Το χρέος να την αναζητήσεις, όμως, δεν παραγράφεται».