Η συζήτηση, όπως καταγράφηκε στη συνέντευξη δεν ήταν μια τυπική νομική ανάλυση. Ήταν μια πολιτική και θεσμική παρέμβαση με βαρύ αποτύπωμα.
Τέσσερις ένοχοι αλλά όχι το τέλος της υπόθεσης
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών έκρινε ενόχους τέσσερα πρόσωπα για την παρακολούθηση 87 φυσικών προσώπων, μεταξύ αυτών υπουργών, στρατιωτικών, δικαστικών και δημοσιογράφων. Μια υπόθεση που άγγιξε τον πυρήνα της εθνικής ασφάλειας και του πολιτεύματος.
Ο Θέμης Σοφός υπογράμμισε ότι, πέρα από την καταδίκη, το ουσιαστικότερο στοιχείο είναι η διαβίβαση των πρακτικών για περαιτέρω διερεύνηση ευθυνών άλλων προσώπων. Και εδώ αρχίζει η πραγματική πολιτική δόνηση.
Διότι όταν ένα δικαστήριο μιλά για πιθανή διερεύνηση αδικημάτων όπως:
•παραβίαση μυστικών της Πολιτείας (άρθρο 146 ΠΚ)
•κατασκοπεία (άρθρο 148 ΠΚ)
δεν μιλάμε για «κοινές» παραβάσεις. Μιλάμε για πράξεις που αγγίζουν τον πυρήνα της κρατικής κυριαρχίας.
Το άρθρο 86 δεν είναι ασπίδα για όλα
Το πιο ηχηρό σημείο της παρέμβασης Σοφού ήταν ξεκάθαρο: Τα αδικήματα της παραβίασης μυστικών της Πολιτείας και της κατασκοπείας δεν εντάσσονται στην άσκηση υπουργικών καθηκόντων. Άρα δεν εφαρμόζεται το άρθρο 86 του Συντάγματος.
Με απλά λόγια: αν προκύψουν ενδείξεις για πολιτικά πρόσωπα σε τέτοιες πράξεις, δεν μπορούν να κρυφτούν πίσω από την ειδική ποινική μεταχείριση των υπουργών.
Και αυτό αλλάζει όλο το τοπίο. Διότι μέχρι σήμερα, η επίκληση του άρθρου 86 λειτουργούσε ως θεσμικό «ανάχωμα». Τώρα όμως, αν οι πράξεις δεν θεωρούνται συνδεδεμένες με τα καθήκοντα υπουργού, η Δικαιοσύνη έχει πλήρη αρμοδιότητα να καλέσει οποιονδήποτε για προκαταρκτική εξέταση.
Γιατί κανείς δεν υπέβαλε έγκληση;
Ένα από τα πιο καίρια σημεία της συνέντευξης ήταν το ερώτημα: Πώς γίνεται υπουργοί, ανώτατοι στρατιωτικοί και δικαστικοί να πληροφορούνται ότι παρακολουθούνταν – και να μην υποβάλλουν έγκληση;
Ο Θέμης Σοφός το έθεσε ωμά:
•είτε δεν ενοχλήθηκαν,
•είτε δεν επιθυμούσαν να κινηθεί διαδικασία,
•είτε υπήρξε κάποια μορφή πίεσης ή χειραγώγησης.
Σε κάθε περίπτωση, το πολιτικό ερώτημα παραμένει βαρύ. Και δεν απαντιέται με υπεκφυγές.
Η ΕΥΠ και η πολιτική ευθύνη
Κατά το κρίσιμο διάστημα, η ΕΥΠ υπαγόταν απευθείας στον Πρωθυπουργό. Αυτό δεν είναι λεπτομέρεια, είναι θεσμική επιλογή.
Αν λοιπόν υπήρξαν πράξεις ή παραλείψεις που οδήγησαν σε παραβίαση κρατικών μυστικών, η διερεύνηση δεν μπορεί να περιορίζεται σε «ιδιώτες τεχνικούς». Η αλυσίδα ευθύνης δεν κόβεται αυθαίρετα. Και εδώ βρίσκεται η πραγματική ένταση της υπόθεσης.
Δικαιοσύνη: θεσμός ή πεδίο απαξίωσης;
Ο κ. Σοφός, παρότι αιχμηρός, στάθηκε υπέρμαχος του θεσμού της Δικαιοσύνης. Τόνισε ότι η καθολική απαξίωση της Δικαιοσύνης οδηγεί σε επικίνδυνες ατραπούς και τελικά ενισχύει απολυταρχικές λογικές. Η κριτική είναι θεμιτή. Η ισοπέδωση είναι επικίνδυνη.
Ωστόσο, όπως επισήμανε, η πολιτεία οφείλει να δίνει παράδειγμα. Όταν η ίδια η πολιτική τάξη αξιοποιεί θεσμικά «παράθυρα» για να κλείνει φακέλους, δημιουργείται αίσθημα πολιτικής ανισότητας. Και η ανισότητα γεννά αποστροφή.
Τέμπη: τρία χρόνια μετά
Η συζήτηση δεν έμεινε στις υποκλοπές. Η 28η Φεβρουαρίου, μαύρη επέτειος της τραγωδίας των Τεμπών, βρέθηκε στο επίκεντρο.
Ο Θέμης Σοφός, ως συνήγορος υπεράσπισης σε μία από τις υποθέσεις, απέφυγε να μπει στην ουσία. Όμως αναγνώρισε:
•την οδύνη των οικογενειών,
•τις πράξεις και παραλείψεις της Πολιτείας,
•την ανάγκη ουσιαστικής και όχι προσχηματικής απονομής Δικαιοσύνης.
Η δίκη ξεκινά στις 23 Μαρτίου. Το στοίχημα είναι διπλό: ταχύτητα χωρίς έκπτωση στην ποιότητα.
Μήνυμα στους νέους
Το πιο δυνατό ίσως σημείο της συνέντευξης ήταν το κλείσιμο. Ο Θέμης Σοφός απηύθυνε κάλεσμα στους νέους:
Να μην αποσυρθούν.
Να μην απαξιώσουν τους θεσμούς.
Να αναλάβουν καθήκον ηθικής ανασυγκρότησης της χώρας.
Διότι, όπως είπε, η απραξία ενισχύει τη διαφθορά.
Συμπέρασμα
Η απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου δεν είναι το τέλος. Είναι η αρχή ενός νέου κύκλου διερεύνησης. Αν πράγματι οι πράξεις παραβίασης κρατικών μυστικών δεν καλύπτονται από το άρθρο 86, τότε το πολιτικό τοπίο αλλάζει ριζικά.
Και τότε, το ερώτημα δεν θα είναι αν «κάποιοι ιδιώτες» καταδικάστηκαν. Θα είναι αν η Δημοκρατία μπορεί να αντέξει την αλήθεια.
Και αυτή η απάντηση δεν αφορά μόνο δικαστές και πολιτικούς. Αφορά όλους μας.



