Στην εκπομπή του Γρηγόρη Σερέτη «Κόντρα στο Σύστημα» στον Focus FM 103,6 και ΜΑΧΗ FM 99,8 – τα μόνα πατριωτικά ραδιόφωνα – βρέθηκε σήμερα καλεσμένη η Στέλλα Βαλάνη, εκπρόσωπος συγγενών θυμάτων, και μίλησε για τις εξελίξεις στη δίκη για το έγκλημα των Τεμπών, τα νομικά τεχνάσματα, τις ευθύνες και τα στοιχεία που όπως αποκάλυψε, αναμένεται να οδηγήσουν σε βαριές κατηγορίες και νέες διώξεις.
Η υπόθεση των Τεμπών είναι μια ανοιχτή πληγή για την ελληνική κοινωνία, μια υπόθεση που δοκιμάζει όχι μόνο τη Δικαιοσύνη αλλά και την ίδια τη λειτουργία του κράτους. Και όσο προχωρά η διαδικασία, τόσο ενισχύεται η αίσθηση ότι η αλήθεια επιχειρείται να «κοπεί σε κομμάτια», να διασπαστεί, να χαθεί μέσα σε δικογραφίες, διαδικαστικά εμπόδια και τεχνικές λεπτομέρειες.
Η Στέλλα Βαλάνη, μιλώντας στον Γρηγόρη Σερέτη, ήταν ξεκάθαρη. Περιέγραψε μια δικαστική διαδικασία που εξελίσσεται μετ’ εμποδίων, με βασικό στόχο όπως άφησε να εννοηθεί, όχι την απονομή δικαιοσύνης, αλλά τη μείωση των ευθυνών.
Η συνεδρίαση στη Λάρισα, όπως ανέφερε, συνεχίστηκε με τις νομιμοποιήσεις των συγγενών και των συλλόγων, σε μια διαδικασία που μπορεί να φαίνεται τυπική, αλλά στην πραγματικότητα είναι κρίσιμη. Διότι εκεί θα κριθεί ποιοι θα έχουν λόγο, ποιοι θα μπορούν να σταθούν απέναντι στους κατηγορούμενους και να απαιτήσουν απαντήσεις.
Και όμως, ακόμη και αυτό το αυτονόητο δεν είναι δεδομένο. Όπως αποκάλυψε, η μεγάλη μάχη αναμένεται να δοθεί στις ενστάσεις των δικηγόρων των κατηγορουμένων, οι οποίοι θα επιχειρήσουν να περιορίσουν τη συμμετοχή των συγγενών στη διαδικασία. Ένα γεγονός που προκαλεί εύλογα ερωτήματα: ποιος φοβάται την παρουσία των θυμάτων; Ποιος δεν θέλει να ακουστεί η φωνή τους μέσα στην αίθουσα;
Αλλά η εικόνα που περιγράφεται δεν σταματά εκεί. Η ίδια μίλησε για μια «απαράδεκτη αίθουσα», για έναν χώρο που δεν μπορούσε να φιλοξενήσει ούτε τον αριθμό των συγγενών, παρότι όπως είπε, ήταν απολύτως προβλέψιμο ότι θα υπήρχαν πάνω από χίλια άτομα.
Και εδώ αρχίζουν τα πραγματικά ερωτήματα. Πώς είναι δυνατόν να δαπανώνται, σύμφωνα με τις καταγγελίες, εκατομμύρια ευρώ για εξοπλισμούς, και την ίδια στιγμή να μην υπάρχει μια στοιχειωδώς κατάλληλη αίθουσα για μια τόσο σοβαρή δίκη; Πώς γίνεται ένα κράτος που διαφημίζει «σύγχρονες υποδομές» να αποτυγχάνει σε κάτι τόσο βασικό; Η απάντηση, για πολλούς, είναι απλή: όταν δεν θέλεις διαφάνεια, δεν φροντίζεις για τις συνθήκες που την εξασφαλίζουν.
Όμως το πιο σοβαρό ζήτημα που αναδείχθηκε στη συνέντευξη αφορά τη διάσπαση της δικογραφίας. Η κα. Βαλάνη ήταν κατηγορηματική: πρόκειται για «κόλπο». Και όχι ένα αθώο νομικό τέχνασμα, αλλά μια στρατηγική που, όπως υποστήριξε, οδηγεί σε υποβάθμιση των κατηγοριών. Από κακουργήματα σε πλημμελήματα. Από βαριές ευθύνες σε ελαφρύτερες ποινές. Από ένα έγκλημα με διαστάσεις κρατικής ευθύνης, σε μια σειρά επιμέρους παραλείψεων.
Αν αυτό ισχύει, τότε μιλάμε για κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια απλή δικαστική επιλογή. Μιλάμε για μια μεθοδευμένη προσπάθεια περιορισμού της ευθύνης. Και όμως, μέσα σε αυτό το σκηνικό, έρχεται μια δήλωση που αλλάζει τα δεδομένα: «Έχουμε αποδεικτικά στοιχεία και έγγραφα που θα τους κλείσουν φυλακή»
Η φράση αυτή δεν είναι απλώς βαριά. Είναι εκρηκτική. Διότι, όπως ανέφερε, τα στοιχεία που έχουν στην κατοχή τους οι συγγενείς είναι τέτοια που δεν αφήνουν περιθώρια διαφυγής. Έγγραφα που, σύμφωνα με την ίδια, αποδεικνύουν ότι οι διώξεις θα έπρεπε εξαρχής να είναι κακουργηματικού χαρακτήρα.
Και όχι μόνο αυτό. Υποστήριξε ότι ο αριθμός των κατηγορουμένων ενδέχεται να αυξηθεί σημαντικά, από 36 σε 56 ή και περισσότερους, καθώς νέα στοιχεία έρχονται στο φως και νέα πρόσωπα εμπλέκονται. Αν αυτό επιβεβαιωθεί, τότε μιλάμε για μια υπόθεση που δεν έχει καν ξεδιπλωθεί πλήρως. Μια υπόθεση όπου το βασικό ερώτημα δεν είναι ποιος φταίει, αλλά πόσοι φταίνε.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε και η αναφορά σε πολιτικά πρόσωπα, με την ίδια να δηλώνει ότι «το όνομα του Κώστα Καραμανλή θα φανεί». Μια φράση που, αν μη τι άλλο, ανοίγει έναν νέο κύκλο συζήτησης. Διότι εδώ δεν μιλάμε πλέον για τεχνικά λάθη ή υπηρεσιακές παραλείψεις. Μιλάμε για ενδεχόμενες πολιτικές ευθύνες. Για αποφάσεις που ελήφθησαν – ή δεν ελήφθησαν – σε ανώτατο επίπεδο.
Και εδώ είναι που το ζήτημα αποκτά πραγματικά πολιτική διάσταση. Η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με μια υπόθεση που δεν μπορεί να «κλείσει» εύκολα. Διότι κάθε νέα αποκάλυψη, κάθε νέο έγγραφο, κάθε νέα κατάθεση, ανοίγει και ένα νέο μέτωπο. Και όσο προχωρά η διαδικασία, τόσο ενισχύεται η αίσθηση ότι η αλήθεια δεν θα είναι «βολική».
Η ύπαρξη πολλαπλών δικογραφιών, όπως επιβεβαιώθηκε, δημιουργεί ένα δαιδαλώδες σκηνικό. Υποθέσεις που διαχωρίζονται, ευθύνες που κατακερματίζονται, διαδικασίες που προχωρούν παράλληλα. Αλλά το ερώτημα παραμένει: Μπορεί η αλήθεια να διασπαστεί; Ή θα επανενωθεί μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου;
Η απάντηση, όπως φαίνεται, θα δοθεί στην ακροαματική διαδικασία. Εκεί όπου σύμφωνα με την Στέλλα Βαλάνη, θα κατατεθούν τα κρίσιμα έγγραφα. Εκεί όπου θα διαβαστούν τα πρακτικά. Εκεί όπου θα προκύψουν νέες διώξεις. Και εκεί όπου, ίσως για πρώτη φορά, η υπόθεση θα αποκαλυφθεί στην πλήρη της διάσταση.
Για τους συγγενείς των θυμάτων, αυτή δεν είναι μια απλή δίκη. Είναι ένας αγώνας. Ένας αγώνας για δικαιοσύνη, για αλήθεια, για δικαίωση.
Και για την κοινωνία, είναι ένα τεστ. Ένα τεστ για το αν το κράτος μπορεί να κοιτάξει τον εαυτό του στον καθρέφτη. Ή αν θα συνεχίσει να κρύβεται πίσω από διαδικασίες, τεχνάσματα και καθυστερήσεις. Το μόνο βέβαιο είναι ότι αυτή η υπόθεση δεν έχει τελειώσει. Αντιθέτως, τώρα ξεκινά πραγματικά.



