Η συζήτηση που άνοιξε στον αέρα δεν ήταν εύκολη. Δεν ήταν «βολική». Ήταν μια συζήτηση που ξεγύμνωσε ένα σύστημα που εδώ και δεκαετίες λειτουργεί με όρους καταστολής και όχι σωφρονισμού.
Με αφορμή τη δολοφονία του Αντώνη Παπαδάτου στις φυλακές Δομοκού, ο Γρηγόρης Σερέτης έθεσε τα ερωτήματα που κανείς δεν τολμά να θέσει: Πώς περνάει όπλο σε φυλακή υψίστης ασφαλείας; Πώς δεν λειτουργούν κάμερες; Πώς φτάνουν βαρυποινίτες στο γραφείο του αρχιφύλακα; Και κυρίως: ποιοι βολεύονται από το χάος;
Οι Φυλακές Δομοκού και το «αδύνατο» όπλο
Οι Φυλακές Δομοκού θεωρούνται από τις πιο «σκληρές» φυλακές της χώρας. Υψίστης ασφαλείας. Με πολλαπλές πύλες, ελέγχους, κάμερες, αυστηρό καθεστώς. Κι όμως, μέσα σε αυτό το περιβάλλον βρέθηκε όπλο. Πυροβόλησε. Σκότωσε. Ο Απόστολος Πετράκης, με εμπειρία ετών μέσα στο σωφρονιστικό σύστημα, ήταν κατηγορηματικός: «Ένα όπλο δεν περνάει μόνο του. Κάποιος το πέρασε. Κάποιος με πρόσβαση». Το ερώτημα δεν είναι αν έγινε. Το ερώτημα είναι ποιος είχε τη δυνατότητα.
Το ακόμα πιο σκοτεινό σημείο; Η απουσία κάμερας στο γραφείο του αρχιφύλακα. Σε έναν χώρο όπου, όπως ειπώθηκε, έχουν πρόσβαση κρατούμενοι για αιτήματα και προβλήματα. Πώς γίνεται να υπάρχουν κάμερες παντού και να «μην λειτουργεί» η κρίσιμη; Σε μια χώρα όπου κάθε πολίτης παρακολουθείται για μια τροχαία παράβαση, στις φυλακές «δεν λειτουργούσε» η κάμερα την ώρα της δολοφονίας. Τυχαίο;
Ένα σύστημα που παράγει βία
Η συζήτηση δεν έμεινε στο μεμονωμένο περιστατικό. Ο Πετράκης περιέγραψε με ωμότητα τις συνθήκες: υπερπληθυσμός, έλλειψη θέρμανσης, κακής ποιότητας φαγητό, μηδενική απασχόληση, απουσία ουσιαστικής ψυχολογικής στήριξης.
Το σωφρονιστικό σύστημα, όπως τόνισε, δεν «διορθώνει». Εξοντώνει. Αποξενώνει. Στεγνώνει τον άνθρωπο από κάθε ανθρώπινο συναίσθημα. «Στη φυλακή σου βγάζουν ό,τι χειρότερο έχεις», ειπώθηκε χαρακτηριστικά. Και εδώ γεννάται το μεγάλο ερώτημα: όταν βγει αυτός ο άνθρωπος έξω, πώς θα επιστρέψει στην κοινωνία; Ως ισορροπημένος πολίτης ή ως ωρολογιακή βόμβα;
Ναρκωτικά, φακελάκια και σιωπηρή συνενοχή
Ένα από τα πιο εκρηκτικά σημεία της συζήτησης ήταν η αναφορά στα ναρκωτικά. Σύμφωνα με καταγγελίες, οι ποσότητες που κυκλοφορούν μέσα σε μεγάλες φυλακές είναι τεράστιες. Το ερώτημα που τέθηκε είναι απλό: Ποιος τα περνάει;
Όταν ένα σύστημα «χρειάζεται» ουσίες για να κρατά σε καταστολή εκατοντάδες κρατούμενους, τότε δεν μιλάμε για σωφρονισμό. Μιλάμε για διαχείριση πληθυσμού.
Το ίδιο και με τα λεγόμενα «φακελάκια». Όποιος έχει χρήματα, επιβιώνει καλύτερα. Όποιος δεν έχει, μένει στο έλεος του συστήματος. Η ανισότητα δεν σταματά στην πύλη της φυλακής. Εκεί απλώς γίνεται πιο ωμή.
Ο σωφρονισμός που δεν έγινε ποτέ
Ο Γρηγόρης Σερέτης έθεσε ένα κρίσιμο ζήτημα: ο σωφρονισμός δεν είναι τιμωρία. Είναι επανένταξη. Είναι ψυχολογική στήριξη, εκπαίδευση, εργασία, επαγγελματική κατάρτιση.
Γιατί να μην υπάρχουν ξυλουργεία, εργαστήρια, τεχνικές σχολές μέσα στις φυλακές; Γιατί να μην βγαίνει ο κρατούμενος με ένα επάγγελμα; Γιατί να μην κουράζεται δημιουργικά το σώμα και το μυαλό του; Αντί αυτού, χτίζουμε νέες φυλακές. Ανακοινώνουμε αυστηρότερες ποινές. Διευρύνουμε την καταστολή. Αλλά δεν αγγίζουμε την αιτία.
Οι ανήλικοι και το έγκλημα της πολιτείας
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στις φυλακές ανηλίκων. Εκεί όπου, όπως ειπώθηκε, «παράγονται εγκληματίες καριέρας». Μπούλινγκ, κακοποίηση, βία. Ένα 15χρονο παιδί που μπαίνει σε αυτό το περιβάλλον βγαίνει 20 ετών με τραύματα που καμία κοινωνία δεν θεραπεύει.
Και μετά αναρωτιόμαστε γιατί αυξάνεται η παραβατικότητα.
Το επίπεδο μιας κοινωνίας
Η φράση που έμεινε στο τέλος της εκπομπής ήταν αποκαλυπτική: «Το επίπεδο μιας κοινωνίας φαίνεται από το επίπεδο που διαβιούν οι φυλακισμένοι της».
Δεν είναι ρομαντισμός. Είναι πολιτική αλήθεια. Οι φυλακές δεν είναι ένας ξένος πλανήτης. Είναι κομμάτι της ίδιας κοινωνίας. Οι άνθρωποι που βρίσκονται εκεί προήλθαν από εμάς. Και θα επιστρέψουν σε εμάς. Αν τους μετατρέψουμε σε «άγρια ζώα», όπως ειπώθηκε, τότε μην απορούμε όταν η βία επιστρέφει στους δρόμους.
Τα αναπάντητα ερωτήματα
Η δολοφονία στον Δομοκό δεν είναι απλώς ένα εγκληματικό συμβάν. Είναι καμπανάκι. Για τις ελλείψεις ασφαλείας. Για τη διαφθορά. Για τη σιωπή. Για τη διαχρονική αδιαφορία. Ποιος έδωσε το όπλο; Γιατί δεν λειτουργούσαν οι κάμερες; Ποιος ελέγχει τους ελέγχοντες; Και κυρίως: ποιος έχει το πολιτικό θάρρος να αγγίξει το πρόβλημα στη ρίζα του;
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται περισσότερες φυλακές. Χρειάζεται πραγματικό σωφρονισμό. Χρειάζεται διαφάνεια. Χρειάζεται λογοδοσία. Και χρειάζεται μια κοινωνία που δεν θα γυρίζει το βλέμμα αλλού. Γιατί, όπως σωστά ειπώθηκε στον αέρα του Focus και του ΜΑΧΗ, αν δεν φτιάξουμε το σύστημα, το σύστημα θα συνεχίσει να φτιάχνει εγκληματίες. Και τότε, δεν θα φταίνε «τα ζώα μέσα». Θα φταίμε όλοι.



