Τρία χρόνια μετά το έγκλημα των Τεμπών, με 57 νεκρούς και αμέτρητα αναπάντητα «γιατί», το ερώτημα δεν είναι πια αν υπάρχει κράτος δικαίου στην Ελλάδα. Το ερώτημα είναι ποιος το κατήργησε, πότε και με ποιον μηχανισμό. Και κυρίως: γιατί κανείς από τους υπεύθυνους δεν έχει οδηγηθεί στη φυλακή.
Ο Γεώργιος Ηλιόπουλος, με λόγο αιχμηρό και χωρίς περιστροφές, περιέγραψε στην εκπομπή «Κόντρα στο Σύστημα» μια πραγματικότητα που πολλοί ψιθυρίζουν αλλά λίγοι τολμούν να πουν δημόσια: ότι η Δικαιοσύνη δεν είναι απλώς υπό πίεση, αλλά σε κρίσιμα σημεία χειραγωγείται πολιτικά, μέσω επιλογών, τοποθετήσεων και σιωπής.
Όπως τόνισε, η αλλοίωση κρίσιμων αποδεικτικών στοιχείων στον τόπο της σιδηροδρομικής τραγωδίας των Τεμπών από τις πρώτες ώρες, χωρίς εισαγγελική συναίνεση, συνιστά πολιτειακή εκτροπή. Αν δεν υπάρχει ανεξάρτητη Δικαιοσύνη, τότε δεν υπάρχει ούτε δημοκρατία, ούτε πολίτευμα. Υπάρχει απλώς ένα καθεστώς που αυτοπροστατεύεται.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στις φωτογραφικές προαγωγές και τοποθετήσεις δικαστικών λειτουργών, αλλά και στη στάση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, η οποία αντί να υπερασπιστεί την κοινή λογική και το δημόσιο αίσθημα δικαίου, εμφανίζεται να ταυτίζεται με τον εκάστοτε υπουργό Δικαιοσύνης, στρέφοντας τα πυρά της ακόμη και κατά δικηγόρων που τολμούν να πουν την αλήθεια.
«Ποιοι υπονομεύουν τους θεσμούς; Αυτοί που φωνάζουν ή αυτοί που παραβιάζουν τη λογική και τα ίδια τα δεδομένα της επιστήμης;» ήταν το κεντρικό ερώτημα που τέθηκε. Διότι, όπως υπογράμμισε ο κ. Ηλιόπουλος, η παγκόσμια βιβλιογραφία δεν γνωρίζει περίπτωση όπου 27 άνθρωποι απανθρακώθηκαν από “ηλεκτρικές εκκενώσεις”, τη στιγμή που το ρεύμα διακόπτεται αυτόματα σε χιλιοστά του δευτερολέπτου μετά από σύγκρουση.
Η συζήτηση επεκτάθηκε και στην πλήρη απουσία ουσιαστικής αντιπολίτευσης. Παρά τις βαρύγδουπες δηλώσεις πρώην πρωθυπουργών και πολιτικών αρχηγών, καμία κίνηση δεν έχει γίνει που να απειλεί πραγματικά την παραμονή της κυβέρνησης στην εξουσία. Κι όμως, όπως ειπώθηκε, αν υπήρχε πραγματική βούληση, η κυβέρνηση θα μπορούσε να είχε πέσει.
Στο επίκεντρο βρέθηκε και η ασυλία των πολιτικών προσώπων, η οποία, σύμφωνα με τον κ. Ηλιόπουλο δεν προβλέπεται από το Σύνταγμα με τον τρόπο που εφαρμόζεται σήμερα. Δεν πρόκειται για θεσμική προστασία, αλλά για προκλητική ατιμωρησία, που εδράζεται σε σκόπιμες παρερμηνείες και σιωπή κορυφαίων συνταγματολόγων.
Ιδιαίτερα καυστική ήταν η αναφορά στο γεγονός ότι δικογραφίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας φτάνουν στη Βουλή αλλά δεν προβάλλονται από τα συστημικά ΜΜΕ, ενώ υπουργοί που φέρουν πολιτική και ηθική ευθύνη κυκλοφορούν ελεύθεροι, χωρίς να έχει γίνει ούτε μία σύλληψη.
Κι όμως, μέσα σε αυτή τη σκοτεινή εικόνα, ο Γεώργιος Ηλιόπουλος μίλησε και για ρωγμές στο σύστημα. Δικαστές που τιμούν τον όρκο τους, αποφάσεις που δείχνουν ότι η αλήθεια δεν μπορεί να θαφτεί για πάντα, και εξελίξεις σε επιμέρους δίκες που ενδέχεται να «ξηλώσουν το πουλόβερ» της συγκάλυψης.
Όπως είπε χαρακτηριστικά, αν ξεκινήσει να φωτίζεται η αλήθεια, η ταχύτητα με την οποία μπορεί να καταρρεύσει το οικοδόμημα της συγκάλυψης θα είναι μεγάλη. Γιατί η αλήθεια, όταν ακουστεί σε ακροατήριο, δεν ελέγχεται ούτε φιμώνεται.
Ωστόσο, η τελική λύση, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν μπορεί να έρθει από ένα σύστημα που νοσεί. Ούτε από τοποθετημένες ανεξάρτητες αρχές, ούτε από υπηρεσίες με διορισμένες ηγεσίες. Η διέξοδος βρίσκεται μόνο στους πολίτες και σε θεσμούς άμεσης δημοκρατίας, με δημοψηφίσματα και ουσιαστική συμμετοχή του λαού στις αποφάσεις.
«Το μόνο που φοβάμαι είναι η συνείδησή μου», ήταν ίσως η πιο δυνατή φράση της συνέντευξης. Γιατί όταν η συνείδηση σιωπά, τότε το καθεστώς θριαμβεύει. Όταν όμως οι πολίτες αποφασίσουν να πάρουν τις τύχες τους στα χέρια τους, όπως προβλέπει το πρώτο και το τελευταίο άρθρο του Συντάγματος, τότε τίποτα δεν μένει ίδιο.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η κυβέρνηση χειραγωγεί τη Δικαιοσύνη. Το ερώτημα είναι μέχρι πότε οι πολίτες θα το ανέχονται. Και η απάντηση, όπως φάνηκε ξεκάθαρα στον αέρα του «Κόντρα στο Σύστημα», δεν θα αργήσει να δοθεί.



