Η συζήτηση ξεκίνησε με αφορμή τη συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν, αλλά γρήγορα εξελίχθηκε σε μια βαθιά ιστορική και γεωπολιτική ανάλυση. Ο Ιωάννης Αντωνόπουλος μίλησε ξεκάθαρα: «Σε κάθε σοβαρό ζήτημα εξωτερικής πολιτικής που αφορά την επιβίωση της χώρας, ένας είναι ο συμμαχικός παράγοντας: οι Ηνωμένες Πολιτείες».
Κατά τον ίδιο, η Ελλάδα δεν αποτελεί αυτόνομο γεωπολιτικό παίκτη. Θεωρείται «παράγοντας σταθερότητας» αλλά σε δεύτερη μοίρα. Αντίθετα, η Τουρκία αντιμετωπίζεται διαχρονικά ως κρίσιμος σύμμαχος της Δύσης, ανεξαρτήτως συμπεριφοράς.
Η διαχρονική «προστασία» της Τουρκίας
Ο Αντωνόπουλος παρέθεσε ιστορικά παραδείγματα που σοκάρουν. Στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, την ώρα που η Ελλάδα πολεμούσε και αιμορραγούσε, η Τουρκία, που δεν μπήκε στον πόλεμο, εξοπλιζόταν πλουσιοπάροχα από τους Συμμάχους. «Η Ελλάδα μάτωνε. Η Τουρκία ενισχυόταν», τόνισε χαρακτηριστικά.
Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται, όπως υποστήριξε, στη μεταπολεμική περίοδο, στην Κύπρο, στα Ίμια, στις συνεχείς διεκδικήσεις στο Αιγαίο. Η Τουρκία δεν κάνει πίσω. Πιέζει διαρκώς. Αν συναντήσει αντίσταση, παγώνει προσωρινά αλλά επιστρέφει.
«Η έννοια του “τουρκικού Αιγαίου” λανσαρίστηκε και δεν υπήρξε θεσμική αντίδραση. Αυτή είναι η αρχή της ντε φάκτο αναγνώρισης», επισήμανε.
Το Αιγαίο, ο στόλος και τα ιστορικά διδάγματα
Η αναφορά στους Βαλκανικούς Πολέμους και στη ναυτική υπεροχή της Ελλάδας επί Βενιζέλου δεν ήταν τυχαία. Ο Αντωνόπουλος υπογράμμισε ότι η ισορροπία στο Αιγαίο κρίθηκε ιστορικά από τον στόλο.
Έφερε ως παράδειγμα την προετοιμασία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας πριν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με την αγορά θωρηκτού μέσω παγκόσμιου μουσουλμανικού εράνου, ένα γεγονός που, αν είχε ολοκληρωθεί, θα άλλαζε τις ισορροπίες.
Παράλληλα, αναφέρθηκε στους ναυμάχους της Επανάστασης, στον Μιαούλη και τον Κανάρη, τονίζοντας ότι η ιστορία διδάσκει πως η τόλμη και η στρατηγική μπορούν να ανατρέψουν αριθμητικές υπεροχές.
Η Ευρώπη σε υπαρξιακή κρίση
Το μεγαλύτερο μέρος της συζήτησης αφορούσε την Ευρωπαϊκή Ένωση. Με αφορμή τη Συνθήκη του Μάαστριχτ (7 Φεβρουαρίου 1992), ο Αντωνόπουλος μίλησε για τη μετατροπή της ΕΟΚ σε Ευρωπαϊκή Ένωση και για το κοινό νόμισμα. Θύμισε ότι η Ελλάδα έσπευσε να ενταχθεί, παρά τα κριτήρια που προέβλεπαν συγκεκριμένα όρια χρέους και πληθωρισμού.
Παράλληλα, έκανε ιστορική αναδρομή στον Ιωάννη Καποδίστρια και στην ίδρυση της Εθνικής Χρηματιστικής Τράπεζας στην Αίγινα το 1828, επισημαίνοντας ότι εκείνο το τραπεζικό μοντέλο στόχευε στην ενίσχυση των μικρών παραγωγών, σε αντίθεση με το μεταγενέστερο σύστημα που στηρίχθηκε σε ιδιωτικά συμφέροντα και διεθνείς τραπεζικούς οίκους.
Η Ευρώπη σήμερα, κατά την άποψή του, δεν έχει ενιαία στρατηγική. Είναι «στο έλεος» των Ηνωμένων Πολιτειών, της Ρωσίας και της Κίνας. Η οικονομική ενοποίηση δεν συνοδεύτηκε από πραγματική πολιτική ενοποίηση.
Ιστορικές ρίζες της ευρωπαϊκής ταυτότητας
Ο Αντωνόπουλος προχώρησε βαθύτερα, αναλύοντας την ταυτότητα της Ευρώπης: ελληνικός πολιτισμός, ρωμαϊκό δίκαιο, γερμανικό αίμα και χριστιανισμός. Υποστήριξε ότι ο βασικός πυλώνας υπήρξε ο χριστιανισμός. Η απώλεια της πνευματικής συνοχής οδηγεί, κατά τη γνώμη του, σε παρακμή.
Έκανε αναφορές στον Κριμαϊκό Πόλεμο (1853–1856), όταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία εντάχθηκε στο ευρωπαϊκό σύστημα ισορροπιών, και στην περίοδο της Μικρασιατικής Καταστροφής, όπου όπως είπε, οι δυτικές δυνάμεις διαμόρφωσαν εκ νέου την παρουσία της Τουρκίας στην Ευρώπη.
Υποκρισία και δύο μέτρα
Ιδιαίτερη μνεία έγινε στην επιλεκτική στάση της Δύσης απέναντι σε Ρωσία και Τουρκία. Ο Αντωνόπουλος μίλησε για «δύο μέτρα και δύο σταθμά», συγκρίνοντας την αντίδραση της Ευρώπης στην Ουκρανία με την αντιμετώπιση της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο.
Η παγκόσμια σύγκρουση, όπως τη σκιαγράφησε, δεν περιορίζεται στην Ευρώπη: από την Ουκρανία μέχρι τη Μέση Ανατολή και από την Ασία μέχρι τον Ινδοειρηνικό, ο κόσμος «κόβεται στα δύο».
Μπορεί να σωθεί η Ευρώπη;
Στο κλείσιμο της συζήτησης, ο Γρηγόρης Σερέτης έθεσε το καίριο ερώτημα: «Υπάρχει ελπίδα;» Η απάντηση του Αντωνόπουλου ήταν ρεαλιστική και σκληρή: «Η Ευρώπη θα σωθεί μόνο αν το αποφασίσουν οι μεγάλες δυνάμεις. Μόνη της δεν μπορεί». Η φράση αυτή συμπύκνωσε ολόκληρη τη συζήτηση.
Η Ελλάδα, εγκλωβισμένη ανάμεσα σε γεωπολιτικά συμφέροντα, καλείται να διαβάσει σωστά την ιστορία της. Να μην επαναλάβει λάθη. Να επενδύσει σε αποτρεπτική ισχύ. Να διαφυλάξει την ταυτότητά της.
Διότι, όπως προέκυψε από την εκπομπή, στην Ιστορία δεν επιβιώνει ο πιο αδύναμος ούτε ο πιο φιλόδοξος. Επιβιώνει εκείνος που γνωρίζει πού βρίσκεται και ποιοι αποφασίζουν για τον κόσμο γύρω του. Και αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο μάθημα για μια χώρα που βρίσκεται διαρκώς στο σταυροδρόμι των αυτοκρατοριών.



