Στην εκπομπή του Γρηγόρη Σερέτη «Κόντρα στο Σύστημα» στον Focus FM 103,6 και ΜΑΧΗ FM 99,8 – τα μόνα πατριωτικά ραδιόφωνα – βρέθηκε σήμερα καλεσμένος ο καθηγητής Αλέξανδρος Παπαχατζής, ειδικός στον πρωτογενή τομέα, και μίλησε για τη συμφωνία Μερκοσούρ, τις επιπτώσεις στην ελληνική αγροτική παραγωγή και το μέλλον της διατροφής στην Ευρώπη.
Υπάρχουν στιγμές που μια συζήτηση ξεπερνά τα όρια μιας απλής ραδιοφωνικής εκπομπής και μετατρέπεται σε προειδοποίηση. Όχι απλώς για το αύριο, αλλά για το τι ήδη έχει ξεκινήσει να συμβαίνει. Και αυτό που αποκαλύφθηκε στον αέρα δεν ήταν απλώς μια πολιτική διαφωνία ή μια θεωρητική ανησυχία. Ήταν μια σκληρή περιγραφή μιας πραγματικότητας που, αν δεν ανατραπεί, οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην αποδόμηση του πρωτογενούς τομέα της Ελλάδας.
Η συμφωνία Μερκοσούρ δεν είναι μια απλή εμπορική συμφωνία. Είναι, όπως χαρακτηριστικά ειπώθηκε, μία «επιλογή στρατηγικής υποχώρησης» για τις χώρες του Νότου. Και κυρίως για χώρες όπως η Ελλάδα, των οποίων η οικονομία δεν βασίζεται στη βαριά βιομηχανία, αλλά στην αγροτική παραγωγή, την κτηνοτροφία και τα παραδοσιακά προϊόντα.
Το πρώτο σοκ έρχεται από την ίδια την αγορά. Προϊόντα ήδη εισάγονται από χώρες της Λατινικής Αμερικής, με προδιαγραφές που απέχουν έτη φωτός από τα ευρωπαϊκά standards. Η αναφορά σε κοτόπουλα με σαλμονέλα δεν είναι απλώς ένα μεμονωμένο περιστατικό, είναι σύμπτωμα ενός συστήματος παραγωγής χωρίς αυστηρούς ελέγχους, χωρίς περιορισμούς στη χρήση φυτοφαρμάκων και ορμονών.
Και εδώ γεννάται το πρώτο εύλογο ερώτημα: πώς είναι δυνατόν η Ευρώπη να επιβάλλει αυστηρούς κανόνες στους δικούς της παραγωγούς, αλλά να επιτρέπει την εισαγωγή προϊόντων που παράγονται χωρίς αυτούς τους κανόνες;
Η απάντηση, όσο κυνική κι αν ακούγεται, βρίσκεται στα συμφέροντα. Η συμφωνία αυτή ευνοεί κυρίως τη βιομηχανική παραγωγή της Κεντρικής Ευρώπης, και ειδικά της Γερμανίας, που αναζητά νέες αγορές για τα προϊόντα της και πρόσβαση σε πρώτες ύλες, όπως το λίθιο. Το τίμημα, όμως, το πληρώνει ο αγρότης της ελληνικής περιφέρειας.
Και δεν είναι μόνο οικονομικό το ζήτημα. Είναι και ποιοτικό, και τελικά υγειονομικό. Η χρήση απαγορευμένων ουσιών στις τρίτες χώρες, η έλλειψη ελέγχων στα εισαγόμενα προϊόντα και το γεγονός ότι ελέγχεται μόλις ένα μικρό ποσοστό των κοντέινερ που εισέρχονται στην Ευρώπη δημιουργούν μια εκρηκτική κατάσταση.
Το δεύτερο μεγάλο πλήγμα αφορά τα προϊόντα ΠΟΠ, με κορυφαίο παράδειγμα τη φέτα. Η προσωρινή εφαρμογή της συμφωνίας σημαίνει ότι για χρόνια ανοίγει ο δρόμος για την παραγωγή «φέτας» εκτός Ελλάδας, από αγελαδινό γάλα και με διαδικασίες που δεν έχουν καμία σχέση με την παραδοσιακή ελληνική παραγωγή.
Η εικόνα είναι σχεδόν προκλητική: ένα προϊόν που θα γράφει «φέτα» μπροστά και «made in Argentina» πίσω. Φθηνότερο, μαζικό, αλλά χωρίς τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του αυθεντικού. Και φυσικά, με τιμές που θα συνθλίψουν τον Έλληνα παραγωγό. Εδώ δεν μιλάμε απλώς για αθέμιτο ανταγωνισμό. Μιλάμε για αλλοίωση ταυτότητας. Για την απώλεια ενός προϊόντος που αποτελεί κομμάτι της ιστορίας και της οικονομίας της χώρας εδώ και χιλιάδες χρόνια.
Παράλληλα, η εγκατάλειψη της ελληνικής υπαίθρου εντείνεται. Εκατομμύρια στρέμματα παραμένουν ακαλλιέργητα, οι νέοι απομακρύνονται από τον αγροτικό τομέα και οι παραγωγοί βρίσκονται σε καθεστώς συνεχούς πίεσης. Οι πολιτικές που εφαρμόζονται δεν ενισχύουν την παραγωγή, την αποθαρρύνουν.
Και μέσα σε αυτό το περιβάλλον, εμφανίζεται ένα ακόμη πιο ανησυχητικό σενάριο: το μέλλον της διατροφής.
Συνθετικό κρέας, εκτυπωμένο σε τρισδιάστατους εκτυπωτές. Τρόφιμα βασισμένα σε έντομα. Παραγωγή σε εργαστήρια αντί για φάρμες. Αυτά δεν είναι σενάρια επιστημονικής φαντασίας. Είναι ήδη πραγματικότητα σε ορισμένες χώρες και, όπως φαίνεται, προωθούνται ως «λύση» για το περιβάλλον και τη βιωσιμότητα.
Το επιχείρημα είναι γνωστό: οι εκπομπές μεθανίου, η κλιματική αλλαγή, η ανάγκη για μείωση της ζωικής παραγωγής. Όμως η αντίφαση είναι εμφανής. Την ίδια στιγμή που περιορίζεται η ευρωπαϊκή παραγωγή, ενισχύονται οι εισαγωγές από χώρες που δεν τηρούν κανέναν περιβαλλοντικό κανόνα. Αν αυτό δεν είναι υποκρισία, τότε τι είναι;
Η ανησυχία φτάνει μέχρι και το επίπεδο της καθημερινότητας του πολίτη. Θα μπορεί ο Έλληνας να έχει το δικό του κοτέτσι; Να καλλιεργεί τον δικό του κήπο; Ή θα βρεθεί αντιμέτωπος με νομοθεσίες που θα περιορίζουν ακόμα και αυτή την αυτονομία; Ήδη γίνεται λόγος για πιστοποιημένους σπόρους, για έλεγχο του πολλαπλασιαστικού υλικού, για εξάρτηση από μεγάλες πολυεθνικές. Η αυτάρκεια, που κάποτε ήταν δεδομένη, κινδυνεύει να γίνει πολυτέλεια.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία του προβλήματος. Ο πρωτογενής τομέας δεν είναι απλώς ένας κλάδος της οικονομίας. Είναι η βάση της εθνικής ανεξαρτησίας. Είναι η δυνατότητα μιας χώρας να θρέψει τον πληθυσμό της. Όταν αυτή η βάση αποδυναμώνεται, οι συνέπειες δεν είναι μόνο οικονομικές. Είναι κοινωνικές, δημογραφικές, ακόμα και γεωπολιτικές.
Η Ελλάδα, με το κλίμα, τη γεωγραφία και την παράδοσή της, θα μπορούσε να είναι πρωταγωνίστρια στην παραγωγή ποιοτικών προϊόντων. Αντί γι’ αυτό, φαίνεται να οδηγείται σε ένα μοντέλο εξάρτησης και υποβάθμισης.
Η μάχη αυτή, όσο κι αν κάποιοι προσπαθούν να την παρουσιάσουν ως «τεχνική» ή «ευρωπαϊκή υποχρέωση», είναι βαθιά πολιτική και βαθιά εθνική. Γιατί στο τέλος της ημέρας δεν κρίνεται απλώς αν θα υπάρχουν Έλληνες αγρότες. Κρίνεται αν θα υπάρχει Ελλάδα που να μπορεί να σταθεί στα πόδια της.
Η εικόνα που περιγράφηκε δεν αφήνει περιθώρια για αυταπάτες. Από τη μία πλευρά, μια Ευρώπη που νομοθετεί με αυστηρότητα για τους δικούς της παραγωγούς, επιβάλλοντας κόστη και περιορισμούς. Από την άλλη, η ίδια Ευρώπη ανοίγει διάπλατα τις πύλες σε προϊόντα τρίτων χωρών που δεν υπόκεινται σε αυτούς τους κανόνες. Και κάπου στη μέση, ο Έλληνας παραγωγός, εγκλωβισμένος, χωρίς στήριξη, χωρίς στρατηγική, χωρίς φωνή.
Δεν είναι τυχαίο ότι η ύπαιθρος αδειάζει. Δεν είναι τυχαίο ότι οι νέοι δεν επιστρέφουν στη γη. Δεν είναι τυχαίο ότι καλλιέργειες εγκαταλείπονται και ζώα σφάζονται χωρίς να αντικαθίστανται. Όλα αυτά συνθέτουν ένα παζλ που, όταν ολοκληρωθεί, θα δείξει μια χώρα εξαρτημένη από εισαγωγές ακόμη και για τα βασικά της τρόφιμα. Και τότε θα είναι αργά.
Γιατί η επισιτιστική ασφάλεια δεν είναι κάτι που χτίζεται από τη μία μέρα στην άλλη. Δεν αγοράζεται έτοιμη από το εξωτερικό. Χτίζεται με παραγωγή, με ανθρώπους, με γη που καλλιεργείται και με πολιτικές που στηρίζουν και όχι που αποδομούν. Αν χαθεί αυτό, χάνεται κάτι πολύ περισσότερο από έναν οικονομικό δείκτη. Χάνεται η δυνατότητα μιας χώρας να επιβιώσει με αξιοπρέπεια.
Και τελικά, η ευθύνη δεν ανήκει μόνο στους πολιτικούς. Ανήκει και στην κοινωνία. Στους πολίτες που επιλέγουν τι καταναλώνουν, τι στηρίζουν, τι αποδέχονται. Γιατί αν κάτι έγινε σαφές μέσα από αυτή τη συζήτηση, είναι ότι η μάχη για τον πρωτογενή τομέα δεν είναι απλώς οικονομική. Είναι μάχη ταυτότητας. Και αυτή η μάχη δεν έχει ακόμη κριθεί.



