Η συζήτηση που άνοιξε στον αέρα δεν ήταν μία ακόμη τεχνοφοβική καταγγελία, αλλά μια βαθιά πολιτική, κοινωνική και ανθρωποκεντρική τοποθέτηση. Ο Δημήτρης Μπουραντάς έθεσε το ζήτημα στη σωστή του βάση: η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι από μόνη της ούτε σωτήρας ούτε καταστροφέας. Είναι εργαλείο. Και όπως κάθε εργαλείο, αν χρησιμοποιηθεί χωρίς αξίες, χωρίς όρια και χωρίς κριτική σκέψη, μπορεί να μετατραπεί σε όπλο εναντίον του ίδιου του ανθρώπου.
Ο Γρηγόρης Σερέτης έθεσε εξαρχής το καίριο ερώτημα που απασχολεί όλο και περισσότερους πολίτες: μήπως η τεχνητή νοημοσύνη, δίνοντας έτοιμες απαντήσεις, σκοτώνει τη σκέψη, την αμφισβήτηση, την πρωτοβουλία; Μήπως οδηγούμαστε σε μία κοινωνία ανθρώπων που δεν σκέφτονται, αλλά απλώς ρωτούν μηχανές;
Ο καθηγητής ήταν σαφής. Όταν οι απαντήσεις δίνονται έτοιμες, ο άνθρωπος κουράζεται λιγότερο, αλλά μαζί με τον κόπο χάνεται και η καλλιέργεια του νου. Η νοημοσύνη, όπως τόνισε, αναπτύσσεται μέσα από προσπάθεια, αποτυχία, αναζήτηση, διάβασμα, σύγκρουση ιδεών. Αν αυτό αντικατασταθεί από ένα «ρώτα το AI», τότε η κοινωνία μετατρέπει τον πολίτη από ερευνητή σε παθητικό δέκτη.
Ο Δημήτρης Μπουραντάς υπενθύμισε μάλιστα ότι εδώ και χρόνια έχει μιλήσει για τις «επόμενες πανδημίες» που απειλούν την ανθρωπότητα: τις κοινωνικές ανισότητες, την κλιματική αλλαγή και, κυρίως, την ανεξέλεγκτη τεχνολογική εξέλιξη. Όχι την τεχνολογία αυτή καθαυτή, αλλά την απουσία στρατηγικής, αξιών και ορίων στη χρήση της.
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκε και η εκπαίδευση. Πανεπιστημιακές εργασίες γράφονται πλέον από μηχανές. Φοιτητές δεν σκέφτονται, δεν δομούν επιχειρήματα, δεν εμβαθύνουν. Απλώς «περνούν» ένα θέμα σε μια πλατφόρμα και παραδίδουν αποτέλεσμα. Το ερώτημα δεν είναι αν αυτό γίνεται, καθώς συμβαίνει ήδη. Το ερώτημα είναι αν το εκπαιδευτικό σύστημα το αποδέχεται παθητικά ή αν θα αντιδράσει.
Ο καθηγητής ξεκαθάρισε πως η τεχνολογία πρέπει να συνδυάζεται με την ανάπτυξη των λεγόμενων soft skills: δημιουργικότητα, πρωτοβουλία, ομαδικότητα, σεβασμός, ανθρωπιά. «Δεν είναι είτε το ένα είτε το άλλο. Είναι και τα δύο, και περισσότερα», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στην παραπληροφόρηση. Η τεχνητή νοημοσύνη αντλεί δεδομένα από πηγές και αυτές οι πηγές συχνά είναι εσφαλμένες ή στρεβλές. Ο ίδιος ο Δημήτρης Μπουραντάς αποκάλυψε ότι έχει δει να κυκλοφορούν ανόητες ή ψευδείς πληροφορίες ακόμη και για τον ίδιο ή τα βιβλία του. Άρα, η πλήρης εμπιστοσύνη στη μηχανή είναι επικίνδυνη. Το εργαλείο δεν αντικαθιστά την κρίση.
Η κουβέντα προχώρησε βαθύτερα, αγγίζοντας το καταναλωτικό μοντέλο ζωής. Ο άνθρωπος σήμερα δεν είναι μόνο θύμα της τεχνολογίας, αλλά και ενός συστήματος που τον εκπαιδεύει να καταναλώνει χωρίς μέτρο. Ο παραλληλισμός με τον Σοπενχάουερ ήταν αποκαλυπτικός: όσο περισσότερο πίνουμε από το νερό της θάλασσας, τόσο περισσότερο διψάμε.
Ιδιαίτερη ανησυχία εκφράστηκε για τα παιδιά και τους εφήβους. Κινητά, οθόνες, social media, αποξένωση, μείωση γλωσσικής και εκφραστικής ικανότητας. Ο καθηγητής ήταν κατηγορηματικός: ο ρόλος του γονέα σήμερα είναι κρισιμότερος από ποτέ. Σε ένα «δαρβινικό ψηφιακό περιβάλλον», οι γονείς οφείλουν να βάζουν κανόνες, όρια και αξίες. Όχι να λειτουργούν ως παρατηρητές.
Η αναφορά στην Αυστραλία, όπου τέθηκαν περιορισμοί στη χρήση κοινωνικών δικτύων για ανήλικους, άνοιξε μια σοβαρή συζήτηση για το αν η Ελλάδα και η Ευρώπη τολμούν να προστατεύσουν τα παιδιά ή αν θα συνεχίσουν να τα αφήνουν βορά στην ψηφιακή ζούγκλα.
Στο κομμάτι της εργασίας, ο Δημήτρης Μπουραντάς ξεκαθάρισε ότι η τεχνολογία θα αντικαταστήσει θέσεις αλλά αυτό δεν είναι αναγκαστικά κακό, αν υπάρξει στρατηγική. Λιγότερες ώρες εργασίας, καλύτερη ποιότητα ζωής, αξιοποίηση ανθρώπων σε κοινωνικούς τομείς. Όμως αυτά απαιτούν πολιτική βούληση και εθνικό σχέδιο. Όχι παθητική προσαρμογή.
Η συζήτηση κατέληξε στη νεολαία. Νέοι λιγότερο ανθεκτικοί, λιγότερο πρόθυμοι να ζοριστούν, με μειωμένη διάθεση διεκδίκησης. Όχι γιατί είναι «κακοί», αλλά γιατί μεγάλωσαν σε ένα σύστημα που τους υποσχέθηκε εύκολη ζωή χωρίς κόπο. Και εδώ η ευθύνη βαραίνει και τους γονείς και το εκπαιδευτικό σύστημα και την κοινωνία συνολικά.
Το τελικό μήνυμα του Δημήτρη Μπουραντά ήταν καθαρό και βαθιά ανθρώπινο: η καλή ζωή δεν ταυτίζεται με τα χρήματα. Η ζωή είναι μία και μικρή. Αν αφήσουμε να μας πάει η τεχνολογία, η διαφήμιση και το καταναλωτικό μοντέλο, τότε δεν ζούμε, απλώς υπάρχουμε. Ο άνθρωπος οφείλει να πάρει τη ζωή στα χέρια του.
Όπως είπε κλείνοντας, δανειζόμενος τον Αλμπέρ Καμί: «Η ζωή είναι το άθροισμα των επιλογών μας, μέσα στους περιορισμούς που μας δίνονται». Και ίσως, σε αυτή την εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, η μεγαλύτερη επιλογή είναι να μην παραδώσουμε τη σκέψη μας στη μηχανή.



