Υπάρχουν στιγμές που μια χώρα αναγκάζεται να κοιταχτεί στον καθρέφτη. Και αυτό που βλέπει δεν είναι ούτε δημοκρατία, ούτε κράτος δικαίου, ούτε θεσμική ισορροπία. Είναι ένα σύστημα που αυτοπροστατεύεται, αυτοαθωώνεται και τελικά αυτογελοιοποιείται.
Η σημερινή συζήτηση ανέδειξε με ωμό τρόπο αυτό που πολλοί υποψιάζονται και λίγοι τολμούν να πουν καθαρά: στην Ελλάδα του 2026, η Βουλή δεν ελέγχει την εξουσία, την ξεπλένει.
Η αφορμή δόθηκε από την υπόθεση των υποκλοπών. Ένα σκάνδαλο που συγκλόνισε την κοινή γνώμη, αλλά φαίνεται να «έκλεισε» με διαδικασίες που γεννούν περισσότερα ερωτήματα από όσα απαντούν. Όταν ένας άνθρωπος που είχε εποπτικό ρόλο σε ένα τόσο κρίσιμο σύστημα εμφανίζεται να εμπλέκεται εκ των υστέρων στην αξιολόγηση της ίδιας υπόθεσης, τότε δεν μιλάμε απλώς για σύγκρουση συμφερόντων. Μιλάμε για θεσμική παρακμή.
Ο Παναγιώτης Καρίπογλου μίλησε χωρίς περιστροφές. Περιέγραψε μια Δικαιοσύνη που, αντί να λειτουργεί ως ανεξάρτητος πυλώνας, φαίνεται να ευθυγραμμίζεται με πολιτικές σκοπιμότητες. Και το πιο ανησυχητικό; Όλα αυτά γίνονται μπροστά στα μάτια των πολιτών, χωρίς ουσιαστικές αντιδράσεις.
Η υπόθεση των υποκλοπών δεν είναι απλώς ένα ακόμα σκάνδαλο. Είναι το σύμβολο μιας εποχής όπου η παρακολούθηση πολιτικών προσώπων, υπουργών και αξιωματούχων φαίνεται να αντιμετωπίζεται σχεδόν ως «τεχνικό ζήτημα». Και όταν τα στοιχεία «χάνονται», «σκίζονται» ή «δεν επαρκούν», τότε η κοινή λογική παύει να ισχύει.
Το αποτέλεσμα; Η εμπιστοσύνη των πολιτών στη Δικαιοσύνη καταρρέει. Όταν μόλις το ένα τέταρτο των Ελλήνων δηλώνει ότι την εμπιστεύεται, ενώ η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία συγκεντρώνει πολλαπλάσια ποσοστά εμπιστοσύνης, τότε το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό. Είναι βαθιά θεσμικό.
Και εδώ αρχίζει το πραγματικό ζήτημα: ποιος ελέγχει ποιον; Στην Ελλάδα, η απάντηση είναι απλή και ταυτόχρονα σοκαριστική. Η Βουλή ελέγχει τους υπουργούς. Δηλαδή οι ίδιοι που κυβερνούν, αποφασίζουν αν θα λογοδοτήσουν. Και φυσικά, σχεδόν ποτέ δεν λογοδοτούν.
Το άρθρο 86 του Συντάγματος, που υποτίθεται ότι προστατεύει τη σταθερότητα του πολιτικού συστήματος, έχει μετατραπεί όπως ειπώθηκε ξεκάθαρα, σε πλυντήριο ευθυνών. Ένα μηχανισμό που εξασφαλίζει ότι ακόμη και αν υπάρξουν σοβαρές ενδείξεις ή νέα στοιχεία, η υπόθεση δεν ξανανοίγει.
Με απλά λόγια: αν η Βουλή αποφασίσει μία φορά ότι δεν υπάρχει ευθύνη, τότε η υπόθεση τελειώνει. Οριστικά. Ανεξαρτήτως στοιχείων. Αυτό ακριβώς συμβαίνει και με τη διαβόητη σύμβαση 717, αλλά και με άλλες υποθέσεις που αγγίζουν τον πυρήνα της πολιτικής εξουσίας. Οι ευθύνες μετακυλίονται σε χαμηλόβαθμους υπαλλήλους, ενώ οι πολιτικοί μένουν στο απυρόβλητο.
Και την ίδια στιγμή, η κοινωνία καλείται να αποδεχτεί ότι «έτσι λειτουργεί το σύστημα». Αλλά δεν σταματάμε εδώ. Η δίκη για το έγκλημα των Τεμπών αποτελεί ένα ακόμα τρανταχτό παράδειγμα. Καθυστερήσεις, αναβολές, διαδικαστικά εμπόδια: όλα συνθέτουν μια εικόνα που δεν τιμά κανέναν. Οι συγγενείς των θυμάτων περιμένουν δικαίωση, αλλά αυτό που βλέπουν είναι μια διαδικασία που μοιάζει να σέρνεται χωρίς τέλος.
Και το πιο εξοργιστικό; Το ίδιο το ελληνικό Δημόσιο εμφανίζεται να στηρίζει την κατηγορία μόνο απέναντι σε ορισμένους κατηγορούμενους, αφήνοντας άλλους εκτός. Δηλαδή επιλέγει ποιοι θα «πληρώσουν» και ποιοι θα προστατευθούν. Αυτό δεν είναι Δικαιοσύνη. Είναι διαχείριση ευθυνών με πολιτικά κριτήρια.
Την ίδια ώρα, πολιτικά πρόσωπα εμφανίζονται στα μέσα ενημέρωσης και παρουσιάζουν μια εικονική πραγματικότητα. Ποσοστά ανεργίας που δεν ανταποκρίνονται στην καθημερινότητα, αριθμοί που αλλάζουν ανάλογα με το αφήγημα, μια εικόνα ευημερίας που δεν υπάρχει.
Και εδώ τίθεται ένα ακόμα κρίσιμο ερώτημα: τι συνέπειες έχει ένας πολιτικός όταν λέει ψέματα; Η απάντηση είναι απογοητευτική. Καμία. Διότι, όπως επισημάνθηκε, οι υπουργοί δεν διώκονται όπως οι απλοί πολίτες. Υπόκεινται σε ένα ειδικό καθεστώς, όπου η ευθύνη τους περνά και πάλι από τη Βουλή. Και έτσι ο κύκλος κλείνει. Η πολιτική εξουσία προστατεύει την πολιτική εξουσία.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, οι επιθέσεις κατά της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και της Λάουρα Κοβέσι αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Όταν διεθνείς θεσμοί επιχειρούν να ερευνήσουν υποθέσεις οι οποίες στην Ελλάδα φαίνεται να «κλείνουν» πρόωρα, τότε ξεκινούν οι αντιδράσεις. Όχι για την ουσία των υποθέσεων, αλλά για το ποιος έχει το δικαίωμα να τις ερευνήσει.
Και κάπου εκεί αποκαλύπτεται ο πραγματικός φόβος: όχι η αδικία, αλλά η διαφάνεια. Η συζήτηση με τον Παναγιώτη Καρίπογλου δεν άφησε περιθώρια παρερμηνειών. Το πρόβλημα δεν είναι μεμονωμένο. Είναι συστημικό. Και αν δεν αλλάξει ριζικά, θα συνεχίσει να διαβρώνει κάθε έννοια εμπιστοσύνης.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν υπάρχουν ευθύνες. Το ερώτημα είναι αν υπάρχει βούληση να αποδοθούν. Και η απάντηση, όσο σκληρή κι αν είναι, βρίσκεται μπροστά μας. Όσο η Βουλή «αθωώνει» τους πολιτικούς, όσο οι θεσμοί λειτουργούν επιλεκτικά, όσο η Δικαιοσύνη αμφισβητείται, η χώρα δεν μπορεί να προχωρήσει.
Γιατί χωρίς δικαιοσύνη, δεν υπάρχει δημοκρατία. Και χωρίς δημοκρατία, όλα τα υπόλοιπα είναι απλώς μια βιτρίνα.




