Η 19η Μαΐου δεν είναι μία απλή ημερομηνία. Είναι ημέρα μνήμης, ημέρα οργής, ημέρα ιστορικής ευθύνης. Είναι η ημέρα που ο ελληνισμός του Πόντου θυμάται τις χαμένες πατρίδες, τα χωριά που κάηκαν, τις εκκλησίες που λεηλατήθηκαν, τα παιδιά που δεν μεγάλωσαν ποτέ και τις οικογένειες που ξεκληρίστηκαν μέσα σε ένα οργανωμένο σχέδιο εξόντωσης. Διότι αυτό ακριβώς ήταν η Γενοκτονία των Ποντίων: ένα καλά μελετημένο σχέδιο αφανισμού του ελληνικού στοιχείου από τις πατρογονικές του εστίες στον Εύξεινο Πόντο.
Ο ποντιακός ελληνισμός δεν ήταν ένας πληθυσμός περαστικός. Ήταν ένας λαός ριζωμένος επί χιλιάδες χρόνια στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας. Από την αρχαιότητα ακόμη, οι Έλληνες ίδρυσαν πόλεις όπως η Τραπεζούντα, η Σινώπη και η Κερασούντα, δημιουργώντας εμπορικά, πνευματικά και πολιτιστικά κέντρα που άντεξαν αιώνες. Παρά τις κατακτήσεις, τις επιδρομές και την οθωμανική κυριαρχία, οι Πόντιοι κράτησαν ζωντανή τη γλώσσα, την Ορθοδοξία, τα ήθη και τα έθιμά τους.
Αυτό ακριβώς ήταν που ενόχλησε τον ακραίο τουρκικό εθνικισμό. Οι Έλληνες του Πόντου είχαν οικονομική δύναμη, σχολεία, εκκλησίες, τυπογραφεία, εμπορικά δίκτυα και ισχυρή εθνική συνείδηση. Και όταν οι Νεότουρκοι κατέλαβαν την εξουσία το 1908, αποφάσισαν πως για να χτιστεί ένα «καθαρό» τουρκικό κράτος, έπρεπε να εξαφανιστούν οι χριστιανικοί λαοί της Αυτοκρατορίας.
Από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε το σχέδιο της φρίκης. Εκτοπισμοί, οικονομικός στραγγαλισμός, διώξεις, βίαιες πορείες θανάτου και τα διαβόητα τάγματα εργασίας, τα αμελέ ταμπουρού. Χιλιάδες άνδρες ηλικίας από 15 έως 60 ετών αρπάζονταν από τα σπίτια τους και στέλνονταν σε στρατόπεδα εξόντωσης μεταμφιεσμένα σε «εργασιακά τάγματα». Χωρίς τροφή, χωρίς φάρμακα, μέσα σε χιόνια και κακουχίες, πέθαιναν καθημερινά από εξάντληση, βασανιστήρια και εκτελέσεις.
Την ίδια ώρα, γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι εξαναγκάζονταν σε ατελείωτες πορείες προς το εσωτερικό της Ανατολίας. Χωρίς νερό, χωρίς φαγητό, χωρίς προορισμό. Μανάδες έβλεπαν τα παιδιά τους να πεθαίνουν στην αγκαλιά τους. Ηλικιωμένοι εγκαταλείπονταν στους δρόμους. Άρρωστοι εκτελούνταν επιτόπου. Ολόκληρα χωριά εξαφανίζονταν από τον χάρτη.
Ιδιαίτερα φρικιαστική ήταν η δράση των τσετών, των παρακρατικών συμμοριών που λειτουργούσαν ως μηχανισμός τρόμου. Έκαιγαν εκκλησίες, βίαζαν γυναίκες, αποκεφάλιζαν αμάχους και υποχρέωναν κατοίκους να παρακολουθούν τις εκτελέσεις συγγενών τους. Η ψυχολογική τρομοκρατία ήταν κομμάτι του σχεδίου. Δεν ήθελαν μόνο να σκοτώσουν ανθρώπους. Ήθελαν να διαλύσουν την ψυχή ενός ολόκληρου λαού.
Η απόβαση του Μουσταφά Κεμάλ στη Σαμψούντα στις 19 Μαΐου 1919 θεωρείται η πιο συμβολική στιγμή της Γενοκτονίας. Από εκεί ξεκίνησε η πιο βίαιη φάση των εκκαθαρίσεων. Γι’ αυτό και η ημερομηνία αυτή καθιερώθηκε από την Ελληνική Βουλή ως ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας των Ποντίων. Γιατί για τον ποντιακό ελληνισμό, η 19η Μαΐου είναι συνδεδεμένη με αίμα, φωτιά και θάνατο.
Συγκλονιστικές είναι και οι ιστορικές μαρτυρίες που διασώθηκαν. Άνθρωποι που έζησαν τη φρίκη περιέγραψαν χωριά περικυκλωμένα μέσα στη νύχτα, κατοίκους να σφάζονται και να ρίχνονται σε ποτάμια ή πηγάδια, παιδιά να ουρλιάζουν δίπλα στις νεκρές μητέρες τους. Οι μαρτυρίες αυτές δεν είναι «ιστορίες». Είναι ζωντανές αποδείξεις ενός εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στον Τοπάλ Οσμάν, μία από τις πιο σκοτεινές μορφές εκείνης της περιόδου. Παραστρατιωτικός συνεργάτης του κεμαλικού κινήματος, έδρασε με ακραία βία εναντίον των Ελλήνων του Πόντου και συνδέθηκε με σφαγές, εκτελέσεις και εκκαθαρίσεις χωριών. Παρ’ όλα αυτά, στην Τουρκία παρουσιάζεται μέχρι σήμερα ως «ήρωας», αποδεικνύοντας πως η επίσημη τουρκική πολιτική όχι μόνο αρνείται τη Γενοκτονία, αλλά πολλές φορές τιμά και τους υπεύθυνους.
Οι ιστορικές εκτιμήσεις κάνουν λόγο για περίπου 353.000 νεκρούς Πόντιους Έλληνες. Άλλοι πέθαναν από εκτελέσεις, άλλοι από πείνα, άλλοι από κακουχίες, άλλοι από αρρώστιες και βασανιστήρια. Ολόκληρες περιοχές ερημώθηκαν. Και όσοι επέζησαν, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και τη Συνθήκη της Λοζάνης, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν οριστικά τις πατρίδες τους.
Έφτασαν στην Ελλάδα ξεριζωμένοι, πεινασμένοι, άρρωστοι, χωρίς περιουσίες. Άνθρωποι που κάποτε είχαν σπίτια, επιχειρήσεις και κοινότητες ακμάζουσες, βρέθηκαν να ξεκινούν από το μηδέν. Κι όμως, δεν λύγισαν. Έχτισαν νέα χωριά στη Μακεδονία και τη Θράκη, κράτησαν ζωντανή τη γλώσσα, τη λύρα, τους χορούς και τις παραδόσεις τους.
Γιατί ο Πόντος δεν είναι μόνο μια χαμένη πατρίδα. Είναι μνήμη. Είναι ταυτότητα. Είναι τρόπος ζωής. Κάθε ήχος της ποντιακής λύρας, κάθε χορός όπως η Σέρα και το Κότσαρι, κάθε τραγούδι της ξενιτιάς και του ξεριζωμού, είναι μία πράξη αντίστασης απέναντι στη λήθη.
Οι ποντιακοί χοροί δεν είναι απλή διασκέδαση. Ο Πυρρίχιος συμβολίζει τη μάχη, την ανδρεία και την επιβίωση. Ο Ομάλ συμβολίζει την ενότητα της κοινότητας. Το Κότσαρι μεταφέρει τη χαρά και τη ζωντάνια ενός λαού που αρνήθηκε να πεθάνει πνευματικά, ακόμη κι όταν του πήραν τα πάντα.
Το ίδιο και τα τραγούδια. Τραγούδια για την ξενιτιά, για την πατρίδα που χάθηκε, για τον πόνο και την ελπίδα. Το «Την πατρίδα μ’ έχασα» δεν είναι απλά ένα μουσικό κομμάτι. Είναι κραυγή ψυχής. Είναι η φωνή ενός λαού που ξεριζώθηκε αλλά δεν έσβησε ποτέ.
Και εδώ βρίσκεται το μεγάλο μήνυμα της 19ης Μαΐου. Οι Πόντιοι μπορεί να έχασαν πατρίδες, περιουσίες, εκκλησίες και ανθρώπους. Μπορεί να υπέστησαν απίστευτη βαρβαρότητα. Αλλά δεν έχασαν την ταυτότητά τους. Δεν έχασαν τη μνήμη τους. Δεν παρέδωσαν ποτέ την ψυχή τους.
Γι’ αυτό και η Γενοκτονία των Ποντίων δεν αφορά μόνο τον ελληνισμό. Είναι ένα παγκόσμιο μάθημα για το πού οδηγεί ο φανατισμός, ο εθνικισμός και το μίσος. Και όσο υπάρχουν άνθρωποι που θυμούνται, που μιλούν και που κρατούν ζωντανή την αλήθεια, ο Πόντος θα συνεχίσει να ζει.
Ψηλά οι ελληνικές και οι ποντιακές σημαίες. Αιωνία η μνήμη των θυμάτων της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου.



