«Κατασκοπεία και χειραγώγηση» : Γρηγόρης Σερέτης, Γιώργος Φλωράς

Στην εκπομπή του Γρηγόρη Σερέτη «Κόντρα στο Σύστημα» στον Focus FM 103,6 και ΜΑΧΗ FM 99,8 – τα μόνα πατριωτικά ραδιόφωνα – βρέθηκε σήμερα καλεσμένος ο Γιώργος Φλωράς και μίλησε για ένα από τα πιο σκοτεινά και επικίνδυνα ζητήματα που απασχολούν τη χώρα: τις υποκλοπές, την χειραγώγηση της κοινής γνώμης και τη βαθιά κρίση εμπιστοσύνης προς θεσμούς και πολιτική εξουσία.

focusfm.gr
24 Μαρτίου 2026, 20:10

Η συζήτηση που εξελίχθηκε στον «αέρα» δεν ήταν απλώς μια ακόμη πολιτική κουβέντα. Ήταν μια ωμή αποτύπωση μιας πραγματικότητας που πολλοί πολίτες αισθάνονται, αλλά ελάχιστοι τολμούν να περιγράψουν δημόσια: ότι δηλαδή κάτι βαθιά σάπιο λειτουργεί πίσω από τις κουρτίνες του συστήματος και επηρεάζει όχι μόνο την πολιτική ζωή, αλλά και την ίδια τη δημοκρατία.

Το σημείο εκκίνησης ήταν οι υποκλοπές. Ένα θέμα που, υπό φυσιολογικές συνθήκες, θα έπρεπε να έχει προκαλέσει πολιτικό σεισμό. Αντί αυτού, φαίνεται να αντιμετωπίζεται σχεδόν με αδιαφορία. Κι όμως, όπως επισημάνθηκε, τέσσερα πρόσωπα καταδικάστηκαν σε εξοντωτικές ποινές για παρακολουθήσεις που φέρονται να αφορούσαν την ανώτατη πολιτική, στρατιωτική και δικαστική ηγεσία της χώρας.

Και εδώ γεννάται το πρώτο μεγάλο ερώτημα: είναι δυνατόν μια τέτοια επιχείρηση να αφορά απλώς «ιδιώτες»; Μπορεί να στηθεί ένα τέτοιο δίκτυο χωρίς πολιτική κάλυψη; Και αν όχι, γιατί δεν διερευνάται σε βάθος;

Η απουσία αντίδρασης από τη Δικαιοσύνη και τους θεσμούς προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία. Όπως τονίστηκε, θα περίμενε κανείς μια άμεση κινητοποίηση, μια συνολική έρευνα για το ποιοι παρακολουθούνταν και για ποιο λόγο. Αντί αυτού, επικρατεί μια περίεργη σιωπή. Μέσα σε αυτό το σκηνικό, προστίθεται και μια ακόμη διάσταση: οι έμμεσες αναφορές σε πιθανούς εκβιασμούς. Η ιδέα ότι πρόσωπα που εμπλέκονται σε τέτοιες υποθέσεις ενδέχεται να κατέχουν πληροφορίες ικανές να εκθέσουν πολιτικά κέντρα εξουσίας, δημιουργεί μια εικόνα όχι απλώς διαφθοράς, αλλά ενός συστήματος που λειτουργεί με όρους πίεσης και αλληλεξάρτησης.

Παράλληλα, αναδείχθηκε και ένα ακόμη κρίσιμο στοιχείο: η διαχείριση της πληροφορίας. Σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν, υπάρχει μια συνεχής προσπάθεια αλλαγής της ατζέντας, ώστε σοβαρά ζητήματα να περνούν σε δεύτερη μοίρα και να αντικαθίστανται από δευτερεύοντα ή αποπροσανατολιστικά θέματα. Το ερώτημα είναι απλό αλλά τρομακτικό: ποιος αποφασίζει τι θα συζητά η κοινωνία;

Η συζήτηση δεν έμεινε μόνο στο παρόν. Έγιναν αναφορές και σε παλαιότερες υποθέσεις, όπως το σκάνδαλο των υποκλοπών της Vodafone και η υπόθεση της παραβίασης τηλεπικοινωνιακών δεδομένων. Κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών; Η απουσία ουσιαστικής λογοδοσίας. Αυτό το μοτίβο ενισχύει την αίσθηση ότι δεν πρόκειται για μεμονωμένα περιστατικά, αλλά για μια επαναλαμβανόμενη πρακτική που, για άγνωστους λόγους, δεν φτάνει ποτέ μέχρι το τέλος της.

Ακόμη πιο ανησυχητική ήταν η συζήτηση γύρω από τη λειτουργία της δημοκρατίας και των εκλογών. Εκφράστηκαν έντονες αμφιβολίες για το κατά πόσο οι διαδικασίες είναι απολύτως διαφανείς, χωρίς ωστόσο να διατυπώνονται απόλυτες βεβαιότητες. Η ίδια η ύπαρξη όμως αυτών των αμφιβολιών δείχνει το βάθος της κρίσης εμπιστοσύνης. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στον ρόλο των δημοσκοπήσεων και των μέσων ενημέρωσης. Τέθηκε το ζήτημα της επιρροής τους στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης και της πιθανής χειραγώγησης των πολιτών μέσω της συνεχούς προβολής συγκεκριμένων αφηγήσεων.

Όταν ο πολίτης βομβαρδίζεται καθημερινά με «μετρήσεις» που παρουσιάζουν μια συγκεκριμένη εικόνα, πόσο ανεξάρτητη παραμένει τελικά η κρίση του;

Η συζήτηση επεκτάθηκε και στην οικονομική διάσταση, με αναφορές στη συγκέντρωση πλούτου και επιρροής σε συγκεκριμένα κέντρα. Το επιχείρημα που διατυπώθηκε είναι ότι όταν η οικονομική δύναμη συγκεντρώνεται, επηρεάζει αναπόφευκτα και την πολιτική και την ενημέρωση. Σε αυτό το πλαίσιο, χρησιμοποιήθηκε ο όρος «εταιρειοκρατία» για να περιγράψει μια κατάσταση όπου οι μεγάλες οικονομικές δυνάμεις καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό το πολιτικό και επικοινωνιακό τοπίο.

Την ίδια στιγμή, η καθημερινότητα των πολιτών φαίνεται να επιδεινώνεται. Αναφέρθηκαν χαρακτηριστικά παραδείγματα από την περιφέρεια, όπου τοπικές κοινωνίες αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα επιβίωσης, χωρίς να βρίσκουν ουσιαστική στήριξη. Η αντίθεση είναι έντονη: από τη μία πλευρά μεγάλα πολιτικά και οικονομικά παιχνίδια και από την άλλη η πραγματική ζωή των πολιτών που δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε και στην υπόθεση των Τεμπών, η οποία εξακολουθεί να προκαλεί έντονα ερωτήματα. Η καθυστέρηση της δίκης, η επιλογή του τόπου διεξαγωγής και η μη δημόσια μετάδοση της διαδικασίας δημιουργούν ένα κλίμα καχυποψίας. Γιατί δεν υπάρχει πλήρης διαφάνεια σε μια υπόθεση που αφορά ολόκληρη την κοινωνία; Γιατί δεν διευκολύνεται η πρόσβαση των πολιτών στην αλήθεια;

Η συνολική εικόνα που προκύπτει είναι αυτή μιας χώρας όπου η εμπιστοσύνη στους θεσμούς έχει κλονιστεί. Οι πολίτες δεν είναι βέβαιοι ότι οι κανόνες εφαρμόζονται ισότιμα, ούτε ότι η αλήθεια αποκαλύπτεται πλήρως. Και ίσως αυτό να είναι το πιο επικίνδυνο σημείο: όχι μόνο τι συμβαίνει, αλλά ότι οι πολίτες πλέον πιστεύουν πως δεν μαθαίνουν ποτέ την πλήρη αλήθεια.

Το ερώτημα που μένει στο τέλος είναι βαθύ και ουσιαστικό: μπορεί να λειτουργήσει πραγματικά μια δημοκρατία χωρίς εμπιστοσύνη; Γιατί όταν η αμφιβολία γίνεται κυρίαρχο συναίσθημα, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο πολιτικό. Είναι υπαρξιακό για το ίδιο το σύστημα. Και τότε, η ευθύνη δεν βαραίνει μόνο τους κυβερνώντες. Βαραίνει και την κοινωνία που καλείται να αποφασίσει αν θα αποδεχτεί αυτή την κατάσταση ή αν θα αναζητήσει τρόπους να την αλλάξει.