Μια υπόθεση που σοκάρει. Μια ιστορία που ξεκίνησε ως μια απλή τουριστική εκδρομή και κατέληξε σε εφιάλτη. Και πάνω απ’ όλα, μια κραυγή αγωνίας για έναν Έλληνα πολίτη που, όπως καταγγέλλεται, βρίσκεται παγιδευμένος σε ένα νομικό αδιέξοδο χωρίς ουσιαστική στήριξη από την πατρίδα του.
Η κ. Μαρμαγκιόλη περιέγραψε με λεπτομέρειες το χρονικό: Σεπτέμβριος 2024. Ο σύζυγός της, συνοδός εκδρομής, όχι οδηγός, όχι συνοδηγός, επιστρέφει από την Κωνσταντινούπολη με τουριστικό λεωφορείο. Σε τυχαίο έλεγχο των τουρκικών αρχών, εντοπίζεται λαθρομετανάστης κρυμμένος στο κάτω μέρος του οχήματος. Ένας άνθρωπος που όπως συνηθίζεται, φέρεται να κρύφτηκε μόνος του πριν την αναχώρηση.
Και όμως. Αντί να διερευνηθούν τα πραγματικά δεδομένα, συλλαμβάνονται ο οδηγός και ο συνοδός. Ο σύζυγος της κ. Μαρμαγκιόλη οδηγείται στο κρατητήριο και στη συνέχεια προφυλακίζεται. Τεσσεράμισι μήνες στη φυλακή. Χωρίς αποδείξεις. Χωρίς μάρτυρες. Χωρίς να εμφανιστεί ποτέ ο ίδιος ο λαθρομετανάστης στο δικαστήριο, καθώς, όπως καταγγέλλεται, απελάθηκε.
Εννέα δικαστήρια. Μια ατελείωτη ταλαιπωρία. Και τελικά, στις 15 Ιανουαρίου, καταδίκη σε 9 χρόνια φυλάκισης. Με ποια στοιχεία; Με μια απλή κατάθεση που δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ στο ακροατήριο.
Η ίδια τονίζει ότι ο σύζυγός της δεν διαθέτει καν δίπλωμα οδήγησης. Στα αρχικά έγγραφα αναφερόταν ως «συνοδηγός», λάθος που σύμφωνα με την ίδια, δεν διορθώθηκε ουσιαστικά ποτέ. Παρά την προσκόμιση ποινικού μητρώου, επαγγελματικών στοιχείων, δρομολογίων, τεχνικών ελέγχων του λεωφορείου και πραγματογνωμοσύνης που δεν κατέδειξε ειδική κατασκευή μεταφοράς ανθρώπων, η απόφαση ήταν καταδικαστική.
Το ερώτημα που τίθεται είναι απλό: Πώς καταδικάζεται ένας άνθρωπος για διακίνηση χωρίς να εξεταστεί ο φερόμενος «διακινούμενος»; Πώς στοιχειοθετείται δόλος όταν δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία συνεργασίας;
Η κ. Μαρμαγκιόλη δεν έκρυψε την αγανάκτησή της για την, όπως τη χαρακτήρισε, απουσία ουσιαστικής κρατικής στήριξης. Επιστολές σε υπουργεία, στο Υπουργείο Εξωτερικών, σε πρεσβεία και προξενείο. Επικοινωνία με πολιτικά πρόσωπα. Καμία ουσιαστική απάντηση. Καμία παρέμβαση που να έχει αποφέρει αποτέλεσμα.
Και εδώ αρχίζει το δεύτερο δράμα. Το οικονομικό. Δικαστικά έξοδα, διαμονή στην Τουρκία, μετακινήσεις, πρόστιμα για υπέρβαση παραμονής, απαγορεύσεις εισόδου. Η ίδια περιγράφει ότι έφτασε στο σημείο να τιμωρηθεί με τρίμηνη απαγόρευση εισόδου επειδή παρέμεινε παραπάνω για να στηρίξει τον σύζυγό της. 300 ευρώ πρόστιμο. Δάνεια που «τρέχουν». Κίνδυνος απώλειας κατοικίας.
Δύο άνθρωποι εγκλωβισμένοι. Ο ένας σε ξένη χώρα, με περιοριστικούς όρους. Η άλλη ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία, με ηλικιωμένους γονείς, οικονομική πίεση και ψυχολογική εξάντληση.
Η υπόθεση αυτή, όπως παρουσιάστηκε στην εκπομπή στον Focus FM 103.6 και στον ΜΑΧΗ FM 99.8, δεν είναι απλώς μια δικαστική διαμάχη. Είναι ζήτημα εθνικής αξιοπρέπειας. Διότι όταν Έλληνας πολίτης και μάλιστα απόστρατος αξιωματικός, βρίσκεται σε τέτοια θέση, το ερώτημα μεταφέρεται θεσμικά: Πού σταματά η αρμοδιότητα και πού αρχίζει η ευθύνη;
Φυσικά, οφείλουμε να επισημάνουμε ότι κάθε χώρα έχει το δικό της νομικό σύστημα και τις δικές της διαδικασίες. Η Τουρκία λειτουργεί βάσει των δικών της νόμων. Ωστόσο, όταν υπάρχουν σοβαρές ενστάσεις για τη διαδικασία, όταν απουσιάζουν βασικά στοιχεία από την αποδεικτική διαδικασία, τότε η υπόθεση αποκτά διεθνή διάσταση.
Η έφεση έχει ήδη κατατεθεί. Η οικογένεια αναμένει την εκδίκαση σε δεύτερο βαθμό. Ελπίζει σε ανατροπή. Σε μια δικαιότερη αξιολόγηση των στοιχείων. Σε μια απόφαση που θα βασιστεί σε πραγματικά δεδομένα και όχι σε εικασίες.
Το θέμα, όμως, δεν είναι μόνο νομικό. Είναι ανθρώπινο. Τι σημαίνει να ζεις 15 μήνες σε καθεστώς αβεβαιότητας; Να μην ξέρεις αν και πότε θα επιστρέψεις στην πατρίδα σου; Να εξαρτάται η ζωή σου από μια απόφαση που θεωρείς άδικη;
Ο Γρηγόρης Σερέτης, κλείνοντας τη συνέντευξη, δεσμεύτηκε δημόσια να αναδείξει περαιτέρω το ζήτημα. Να επικοινωνήσει με ανθρώπους που μπορούν να βοηθήσουν. Να μην μείνει η ιστορία σε μια απλή τηλεοπτική αναφορά. Διότι, όπως ειπώθηκε, πολλές φορές τα μέσα ενημέρωσης προβάλλουν μια υπόθεση και έπειτα σιωπούν.
Η υπόθεση αυτή, ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθέτησης, εγείρει σοβαρά ερωτήματα:
•Πώς διασφαλίζεται η προξενική προστασία Ελλήνων πολιτών στο εξωτερικό;
•Ποια είναι τα όρια παρέμβασης της ελληνικής διπλωματίας σε δικαστικές υποθέσεις τρίτων χωρών;
•Πώς προστατεύεται ένας επαγγελματίας του τουρισμού από πρακτικές λαθρομεταναστών που εκμεταλλεύονται οχήματα χωρίς γνώση των υπευθύνων;
Η ιστορία της Σοφίας Μαρμαγκιόλη και του συζύγου της δεν έχει ακόμη τελειώσει. Το αντίθετο. Βρίσκεται σε κρίσιμη καμπή. Η εκδίκαση της έφεσης θα κρίνει πολλά, όχι μόνο για τους ίδιους, αλλά και για το μήνυμα που εκπέμπεται προς κάθε Έλληνα που ταξιδεύει, εργάζεται ή δραστηριοποιείται στο εξωτερικό.
Μέχρι τότε, το μόνο βέβαιο είναι ότι μια οικογένεια δοκιμάζεται. Και μαζί της δοκιμάζονται αντοχές, θεσμοί και αντανακλαστικά. Η Δικαιοσύνη, σε κάθε χώρα, οφείλει να είναι τυφλή. Αλλά δεν πρέπει να είναι κουφή. Και κυρίως, δεν πρέπει να είναι αδιάφορη απέναντι στην έλλειψη αποδείξεων.
Η συνέχεια αναμένεται στις αίθουσες των δικαστηρίων. Και, όπως ειπώθηκε στον αέρα, «υπομονή και κουράγιο». Γιατί σε τέτοιες υποθέσεις, η αλήθεια δεν είναι απλώς νομικό ζήτημα. Είναι ζήτημα ζωής.



