Η συζήτηση που είχε ο Γρηγόρης Σερέτης με τον Χρήστο Χούπα δεν ήταν μια ακόμη συνέντευξη. Ήταν μια κατάθεση ψυχής, μια δημόσια κραυγή αγωνίας και ταυτόχρονα μια πολιτική και ηθική καταγγελία ενός συστήματος που, όπως περιέγραψε με λόγια σκληρά αλλά απολύτως βιωματικά, «δεν αποδίδει δικαιοσύνη, αλλά διαχειρίζεται υποθέσεις κατά το δοκούν».
Ο κ. Χούπας, μιλώντας ως πατέρας που έχασε το παιδί του στο έγκλημα των Τεμπών, τόνισε ότι η Δικαιοσύνη στην Ελλάδα δεν λειτουργεί ως θεσμός απονομής ευθυνών, αλλά ως μηχανισμός προστασίας ισχυρών. Με αναφορές από την αρχαία Ελλάδα μέχρι τη σύγχρονη πραγματικότητα, επεσήμανε πως οι πρόγονοί μας δεν είχαν φυλακές, αλλά νόμους που εφαρμόζονταν χωρίς «παραθυράκια», χωρίς προνόμια και χωρίς ασυλίες.
Ιδιαίτερα αιχμηρός ήταν όταν αναφέρθηκε στην έννοια της ισόβιας κάθειρξης, χαρακτηρίζοντάς την γλωσσικά και ουσιαστικά κενή περιεχομένου, καθώς, όπως είπε, «στην πράξη κανείς δεν εκτίει πραγματικά ισόβια». Αγροτικές φυλακές, ευεργετικές διατάξεις, λόγοι υγείας και μια ατελείωτη αλυσίδα εξαιρέσεων οδηγούν στην απόλυτη ατιμωρησία, ιδίως όταν πρόκειται για πολιτικά ή οικονομικά ισχυρούς.
Ο Χρήστος Χούπας περιέγραψε με λεπτομέρειες τις προσωπικές του εμπειρίες από τη συναναστροφή με ανακριτές, εισαγγελείς και ανώτερους δικαστικούς λειτουργούς, μιλώντας ανοιχτά για τραυματικές συμπεριφορές, φόβο, αποφυγή ευθύνης και μια εμφανή διάθεση «να κλείσει η υπόθεση γρήγορα». Αναφέρθηκε σε ανακριτικές παραλείψεις, σε μαρτυρίες που δεν ελήφθησαν ποτέ, σε κρίσιμα στοιχεία που απουσιάζουν από τη δικογραφία, όπως η λέξη «πυρόσφαιρα», και σε μια μεθοδευμένη προσπάθεια να εξαφανιστεί η πλήρης αλήθεια.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στο γεγονός ότι, παρά το μέγεθος της τραγωδίας, δεν έχει κληθεί να καταθέσει το σύνολο των επιζώντων και αυτοπτών μαρτύρων, ενώ υπάρχουν μαρτυρίες για αποπνικτικές οσμές, χημικά εγκαύματα και στοιχεία που δεν καταγράφηκαν ποτέ επίσημα. «Δεν γίνεται να υπάρχουν τόσοι μάρτυρες και να μην ακούγονται», είπε χαρακτηριστικά.
Συγκλονιστική ήταν και η αφήγησή του για τη βαλίτσα του παιδιού του, τα ρούχα που δεν καθαρίζονταν από τη μυρωδιά, και τη συνειδητοποίηση, εκ των υστέρων, ότι μέσα στον ανείπωτο πόνο κανείς δεν σκέφτεται “διαδικαστικά”. Όπως είπε, «όταν έχεις θάψει το παιδί σου, το μυαλό δεν λειτουργεί. Και αυτό κάποιοι το εκμεταλλεύονται».
Ο κ. Χούπας δεν δίστασε να μιλήσει και για πολιτικές ευθύνες, επισημαίνοντας ότι διαχρονικά κυβερνήσεις, Νέα Δημοκρατία, ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ, γνώριζαν την κατάσταση του σιδηροδρόμου και δεν έπραξαν το αυτονόητο: να προστατεύσουν τους πολίτες. Κατήγγειλε την ύπαρξη οικονομικών συμφερόντων που, όπως είπε, επωφελούνται από την απαξίωση του σιδηροδρόμου, μεταφέροντας το βάρος στις οδικές μεταφορές, στα διόδια και στα ιδιωτικά κέρδη.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσε η αναφορά του στην κοινωνική συνενοχή. Μίλησε για ψηφοφόρους που, παρά τη γνώση των γεγονότων, στηρίζουν πρόσωπα που φέρουν πολιτική ευθύνη, λόγω ρουσφετιών, εξυπηρετήσεων και προσωπικού οφέλους. «Δεν είναι άγνοια. Είναι επιλογή», είπε με πίκρα.
Παρά τη γενική του καταγγελία, ο Χρήστος Χούπας δεν παρέλειψε να αναγνωρίσει και φωτεινές εξαιρέσεις μέσα στο δικαστικό σώμα, αναφέροντας νεαρή δικαστική λειτουργό που με προσωπικό κόστος, έκανε απλώς αυτό που όφειλε: τη δουλειά της. «Το καλό πρέπει να λέγεται», υπογράμμισε.
Η συνέντευξη έκλεισε με ένα ισχυρό μήνυμα προς τη νεολαία. Ο κ. Χούπας κάλεσε τους νέους να μην είναι ευκολόπιστοι, να μορφώνονται, να διαβάζουν, να μην παραδίδουν τη ζωή τους στην ευκολία και στην ψηφιακή νάρκωση, αλλά να πάρουν «τα χαλινάρια της ζωής τους στα χέρια τους». Γιατί, όπως είπε, «η ζωή τους ανήκει, όχι στο σύστημα».
Η συνομιλία αυτή δεν ήταν απλώς μια ραδιοφωνική στιγμή. Ήταν μια ιστορική μαρτυρία, μια κραυγή δικαιοσύνης και μια υπενθύμιση ότι όσο η ατιμωρησία κυριαρχεί, η κοινωνία θα βράζει. Και κάποια στιγμή, θα ξεχειλίσει.



