Στην εκπομπή του Γρηγόρη Σερέτη «Κόντρα στο Σύστημα» στον Focus FM 103,6 και ΜΑΧΗ FM 99,8 – τα μόνα πατριωτικά ραδιόφωνα – βρέθηκε σήμερα καλεσμένος ο Κωνσταντίνος Πλεύρης, δικηγόρος και πολιτικός, και μίλησε για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, τη λειτουργία της Δικαιοσύνης, τη δημοκρατία και τη συνολική κατάσταση της χώρας.
Η συζήτηση που εκτυλίχθηκε δεν ήταν απλώς μία ακόμη πολιτική αντιπαράθεση. Ήταν μια ωμή, (σχεδόν ωμή όσο και η πραγματικότητα), αποτύπωση μιας κοινωνίας που δείχνει να έχει χάσει την εμπιστοσύνη της σε θεσμούς, σε πρόσωπα και, το πιο ανησυχητικό, στον ίδιο της τον εαυτό.
Αφορμή στάθηκαν οι δικογραφίες που καταφθάνουν από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, οι οποίες όπως επισημάνθηκε, φέρνουν την κυβέρνηση σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση. Το βασικό όμως ερώτημα που τέθηκε δεν ήταν μόνο το «ποιος φταίει», αλλά το «ποιος παρακολουθούσε». Ποιος κατέγραφε συνομιλίες, ποιος είχε πρόσβαση και πώς αυτά τα στοιχεία κατέληξαν στα χέρια ευρωπαϊκών αρχών;
Το ζήτημα των υποκλοπών επανέρχεται έτσι στο προσκήνιο, όχι ως παρελθόν αλλά ως παρόν. Ένα παρόν που γεννά περισσότερα ερωτήματα από απαντήσεις. Γιατί όταν μια χώρα δεν μπορεί να εξηγήσει ποιος παρακολουθεί τους ίδιους τους εκπροσώπους της, τότε το πρόβλημα δεν είναι απλώς πολιτικό, είναι βαθιά θεσμικό.
Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ και η «επιλεκτική ευαισθησία»
Στη συζήτηση τέθηκε και το ζήτημα του ΟΠΕΚΕΠΕ. Οι καταγγελίες για παράνομες επιδοτήσεις, ρουσφέτια και εξαγορά ψήφων δεν είναι κάτι καινούριο. Αυτό που προκαλεί όμως αγανάκτηση είναι η αίσθηση ότι η ελληνική Δικαιοσύνη παραμένει αδρανής, ενώ η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία φαίνεται να αναλαμβάνει ρόλο που κανονικά θα έπρεπε να ανήκει αποκλειστικά σε ελληνικά όργανα.
Η ουσία είναι απλή: όταν οι αποκαλύψεις έρχονται απ’ έξω, τότε κάτι μέσα δεν λειτουργεί. Και αυτό δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από νομικές ερμηνείες ή διαδικαστικές λεπτομέρειες.
Ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Πλεύρης ωστόσο, επιχείρησε να κρατήσει μια πιο θεσμική στάση, τονίζοντας ότι η εισαγγελική πρόταση δεν είναι καταδίκη. Υπενθύμισε ότι μέχρι να υπάρξει τελεσίδικη απόφαση, δεν μπορεί κανείς να χαρακτηρίζεται εγκληματίας. Μια θέση νομικά ορθή αλλά πολιτικά ανεπαρκής για μια κοινωνία που βλέπει επί χρόνια σκάνδαλα χωρίς τιμωρίες.
Η Δικαιοσύνη: θεσμός ή λειτουργία υπό αμφισβήτηση;
Ένα από τα πιο αιχμηρά σημεία της συζήτησης ήταν η αμφισβήτηση της ίδιας της Δικαιοσύνης. Όχι ως έννοια, αλλά ως λειτουργία. Όπως ειπώθηκε, «δεν υπάρχει αντικειμενική δικαιοσύνη, απονέμεται από ανθρώπους».
Και εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος. Όταν η απονομή δικαίου εξαρτάται από το ποιος δικαστής θα τύχει σε μια υπόθεση, τότε η εμπιστοσύνη καταρρέει. Όταν οι πολίτες πιστεύουν ότι το αποτέλεσμα μπορεί να επηρεαστεί από ισχύ, χρήμα ή πολιτικές παρεμβάσεις, τότε η Δικαιοσύνη παύει να είναι πυλώνας και γίνεται ερωτηματικό.
Η φράση του Σόλωνα που αναφέρθηκε, ότι «οι νόμοι μοιάζουν με ιστό αράχνης που πιάνει τους μικρούς αλλά αφήνει τους μεγάλους», δεν είναι απλώς ιστορική αναφορά. Είναι η σύγχρονη αίσθηση της κοινωνίας.
Τέμπη: το τραύμα που δεν κλείνει
Η συζήτηση πέρασε και στο έγκλημα των Τεμπών. Εκεί όπου οι συγγενείς των θυμάτων συνεχίζουν να αναζητούν δικαίωση. Και εδώ το πρόβλημα δεν είναι μόνο νομικό, είναι ηθικό.
Πώς είναι δυνατόν, σε μια υπόθεση με δεκάδες νεκρούς, να υπάρχουν ακόμη αμφισβητήσεις για βασικά στοιχεία; Πώς είναι δυνατόν να μην υπάρχει σαφής και πειστική απάντηση για το τι συνέβη; Η κοινωνία βλέπει, ακούει και κρίνει. Και όταν δεν πείθεται, τότε η οργή συσσωρεύεται.
Δημοκρατία ή σύστημα χωρίς εμπιστοσύνη;
Η πιο προκλητική τοποθέτηση της συζήτησης ήταν αναμφίβολα η αμφισβήτηση της ίδιας της δημοκρατίας. Η άποψη ότι «η δημοκρατία κρίνει ποιότητα με ποσότητα» μπορεί να προκαλεί αντιδράσεις, αλλά αγγίζει ένα υπαρκτό ερώτημα: λειτουργεί σωστά το σύστημα;
Όταν οι πολίτες νιώθουν ότι η ψήφος τους δεν αλλάζει τίποτα, όταν βλέπουν αποφάσεις να ανατρέπονται (όπως στο δημοψήφισμα του 2015), όταν αισθάνονται ότι η πολιτική εξουσία είναι αποκομμένη από την κοινωνία, τότε η δημοκρατία δεν καταρρέει θεσμικά, καταρρέει στη συνείδηση. Και αυτό είναι πολύ πιο επικίνδυνο.
Ο λαός: θύμα ή συνένοχος;
Ένα από τα πιο σκληρά, και ίσως πιο αληθινά, σημεία της συζήτησης ήταν η ευθύνη του ίδιου του λαού. Η άποψη ότι «ο λαός ανέχεται» δεν είναι εύκολη να ειπωθεί, ούτε να ακουστεί.
Αλλά υπάρχει μια πραγματικότητα: οι κοινωνίες δεν αλλάζουν μόνο με καταγγελίες. Αλλάζουν με στάση, με συμμετοχή, με απαιτήσεις. Η αποχή, η αδιαφορία ή η ψήφος με βάση το ρουσφέτι δεν είναι απλώς πολιτικές επιλογές, είναι επιλογές που διαμορφώνουν το σύστημα.
Ένα κράτος σε κρίση εμπιστοσύνης
Από το σύνολο της συζήτησης προκύπτει ένα σαφές συμπέρασμα: η Ελλάδα δεν βρίσκεται μόνο σε οικονομική ή πολιτική κρίση. Βρίσκεται σε κρίση εμπιστοσύνης. Εμπιστοσύνης προς τη Δικαιοσύνη. Εμπιστοσύνης προς την πολιτική. Εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς.
Και τελικά, εμπιστοσύνης προς το ίδιο το σύστημα. Και όταν μια κοινωνία φτάνει σε αυτό το σημείο, τότε τα σκάνδαλα δεν είναι η αιτία. Είναι το σύμπτωμα.



