«Μεγάλο λάθος η συνάντηση του πρωθυπουργού με τον Ερντογάν» : Γρηγόρης Σερέτης, Ραφαήλ Καλυβιώτης

Στην εκπομπή του Γρηγόρη Σερέτη «Κόντρα στο Σύστημα» στον Focus FM 103,6 και ΜΑΧΗ FM 99,8 – τα μόνα πατριωτικά ραδιόφωνα – βρέθηκε σήμερα καλεσμένος ο Ραφαήλ Καλυβιώτης, αναλυτής γεωπολιτικής και διεθνών σχέσεων, και μίλησε για τη συνάντηση του Πρωθυπουργού με τον Τούρκο Πρόεδρο, τις τουρκικές διεκδικήσεις και τα επικίνδυνα αδιέξοδα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.

focusfm.gr
10 Φεβρουαρίου 2026, 18:00
Η αυριανή επικείμενη συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμα διπλωματικό τετ α τετ. Όπως αναδείχθηκε στην εκπομπή του Γρηγόρη Σερέτη, πρόκειται για μια κίνηση υψηλού ρίσκου, η οποία έρχεται τη στιγμή που η Τουρκία κλιμακώνει συστηματικά τις αξιώσεις της σε βάρος της Ελλάδας και της Κύπρου, τόσο σε πολιτικό όσο και σε επιχειρησιακό επίπεδο.
Την ώρα που η Άγκυρα εκδίδει νέες NAVTEX δεσμεύοντας τεράστιες θαλάσσιες περιοχές στο Ανατολικό Αιγαίο, ανατολικά του 25ου Μεσημβρινού, και προχωρά σε αντι-NOTAM που αμφισβητούν ευθέως ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα, η Αθήνα εμφανίζεται να πηγαίνει σε διάλογο χωρίς να έχει προηγηθεί ουσιαστική αντίδραση. Αυτό, σύμφωνα με τον Ραφαήλ Καλυβιώτη, συνιστά έμμεση αποδοχή τετελεσμένων και παγίωση της τουρκικής στρατηγικής.
Η Τουρκία δεν ενεργεί σπασμωδικά. Από την κρίση των Ιμίων μέχρι το τουρκολιβυκό μνημόνιο και το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», ακολουθεί μια σταθερή, μακροπρόθεσμη στρατηγική αναθεωρητισμού. Η σταδιακή «γκριζοποίηση» του Αιγαίου, οι συνεχείς παραβιάσεις του εθνικού εναέριου χώρου και οι προκλήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο δεν είναι μεμονωμένα επεισόδια. Είναι κομμάτια ενός παζλ που οδηγεί στη συνδιαχείριση και τελικά στην αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στο επιχείρημα της «χαμηλής ατζέντας», το οποίο προβάλλεται από κυβερνητικά χείλη. Θέματα όπως η Θεολογική Σχολή της Χάλκης, αν και σημαντικά για τον Ελληνισμό και την Ορθοδοξία, χρησιμοποιούνται από την Τουρκία ως διαπραγματευτικά εργαλεία. Η Άγκυρα θέτει ζητήματα που γνωρίζει ότι αγγίζουν ευαίσθητες χορδές, για να απαιτήσει ανταλλάγματα σε θέματα μειονοτήτων, Θράκης και κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Η απουσία ελληνικής αντι-NAVTEX, όπως υπογράμμισε ο καλεσμένος, είναι ενδεικτική μιας εξωτερικής πολιτικής κατευνασμού. Όταν δεν απαντάς θεσμικά και επιχειρησιακά, στέλνεις μήνυμα αδυναμίας. Και όταν, ταυτόχρονα, προσέρχεσαι σε διάλογο, η διεθνής κοινότητα εκλαμβάνει ότι αποδέχεσαι πως υπάρχει «διαφορά» που πρέπει να συζητηθεί. Αυτό ακριβώς επιδιώκει η Τουρκία: να νομιμοποιήσει τις διεκδικήσεις της.
Η ιστορία προσφέρει πικρά μαθήματα. Από τη Συμφωνία της Μαδρίτης και τη φράση περί «ζωτικών συμφερόντων» μέχρι το Ελσίνκι, κάθε βήμα κατευνασμού άνοιγε τον δρόμο για νέες απαιτήσεις. Σήμερα, η Τουρκία μιλά ανοιχτά για αποστρατιωτικοποίηση νησιών, αμφισβητεί τη Συνθήκη της Λοζάνης και επενδύει σε μια αναδυόμενη περιφερειακή ηγεμονία με δική της αμυντική βιομηχανία και ενεργειακές φιλοδοξίες.
Το ερώτημα που τέθηκε ανοιχτά στην εκπομπή ήταν αμείλικτο: ποιος θα σταθεί δίπλα στην Ελλάδα σε μια κρίσιμη στιγμή; Οι συμμαχίες είναι χρήσιμες μόνο όταν αξιοποιούνται ενεργά. Η παθητική αναμονή βοήθειας από ΝΑΤΟ, ΗΠΑ ή τρίτους δεν συνιστά στρατηγική. Η Ελλάδα οφείλει να λειτουργεί με τη λογική ότι, αν χρειαστεί, θα είναι μόνη της και άρα να είναι έτοιμη.
Στο πλαίσιο αυτό, ασκήθηκε σκληρή κριτική και για τη συνολική αντίληψη της ελληνικής πολιτικής ελίτ. Η έλλειψη εθνικής στρατηγικής, η απουσία σοβαρής επένδυσης στην αμυντική βιομηχανία και η υποτίμηση του δημογραφικού προβλήματος συνθέτουν μια εικόνα παρακμής. Χωρίς ισχυρή κοινωνία, χωρίς δημογραφική προοπτική και χωρίς εθνική αυτοπεποίθηση, καμία εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να σταθεί όρθια.
Ιδιαίτερη ανησυχία εκφράστηκε για τη Θράκη, όπου, όπως τονίστηκε, η τουρκική επιρροή ενισχύεται μέσα από οικονομικά και θρησκευτικά δίκτυα, με την ανοχή ή την αδράνεια του ελληνικού κράτους. Η εγκατάλειψη της περιφέρειας, η απουσία κινήτρων και η αίσθηση ότι ο Έλληνας πολίτης είναι μόνος απέναντι σε funds, τράπεζες και γεωπολιτικά παιχνίδια, δημιουργούν εύφλεκτο κοινωνικό υλικό.
Το συμπέρασμα της συζήτησης ήταν σαφές και αμείλικτο: η συνάντηση Μητσοτάκη–Ερντογάν, υπό τις παρούσες συνθήκες, δεν είναι ένδειξη ισχύος, αλλά αδυναμίας. Χωρίς ξεκάθαρες κόκκινες γραμμές, χωρίς προϋποθέσεις και χωρίς έμπρακτη αντίδραση στις προκλήσεις, ο διάλογος μετατρέπεται σε παγίδα. Μια παγίδα που οδηγεί, βήμα βήμα, στη νομιμοποίηση των τουρκικών αξιώσεων.
Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια άλλων αυταπατών. Χρειάζεται άμεσα αλλαγή πορείας, εθνική στρατηγική και πολιτική ηγεσία που να αντιλαμβάνεται ότι η κυριαρχία δεν διαπραγματεύεται. Όπως ειπώθηκε χαρακτηριστικά στην εκπομπή του Focus και του ΜΑΧΗ FM, το ερώτημα δεν είναι αν «προλαβαίνουμε», αλλά αν υπάρχει η βούληση να ξεκινήσουμε τώρα, πριν τα τετελεσμένα γίνουν μη αναστρέψιμα.