«Μετρημένοι στα δάχτυλα οι ανεξάρτητοι δημοσιογράφοι» : Γρηγόρης Σερέτης, Βασίλης Κοντουγουλίδης

Στην εκπομπή του Γρηγόρη Σερέτη «Κόντρα στο Σύστημα» στον Focus FM 103,6 και ΜΑΧΗ FM 99,8 – τα μόνα πατριωτικά ραδιόφωνα – βρέθηκε σήμερα καλεσμένος ο Βασίλης Κοντογουλίδης, συνδικαλιστικό στέλεχος και έμπειρος δημοσιογράφος, και μίλησε για τη δημοσιογραφία, τα όριά της, την εκμετάλλευση του ανθρώπινου πόνου, τη χειραγώγηση, τις πιέσεις, αλλά και για το γιατί οι πραγματικά ανεξάρτητες φωνές είναι πλέον μετρημένες στα δάχτυλα.

focusfm.gr
9 Φεβρουαρίου 2026, 18:51

Η συζήτηση δεν ήταν μια ακόμη «θεωρητική» κουβέντα περί δεοντολογίας. Ήταν μια ωμή αποτύπωση της πραγματικότητας που ζει όποιος επιμένει να κάνει δημοσιογραφία χωρίς γραμμές, χωρίς αφεντικά, χωρίς φόβο. Αφορμή στάθηκαν πρόσφατα τραγικά γεγονότα, όπου ο ανθρώπινος πόνος μετατράπηκε σε τηλεοπτικό προϊόν, με κάμερες πάνω από τραυματίες, μικρόφωνα μπροστά σε μανάδες που μόλις είχαν χάσει τα παιδιά τους και μια νοσηρή βιασύνη για «δήλωση», πριν καν στεγνώσουν τα δάκρυα.

Ο Γρηγόρης Σερέτης έθεσε ξεκάθαρα το ζήτημα: αυτό δεν είναι δημοσιογραφία. Είναι εισβολή στο πένθος. Είναι ηδονοβλεψία. Είναι παραβίαση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Και, κυρίως, είναι μια πρακτική που αφήνει τραύματα όχι μόνο στα θύματα, αλλά και στην κοινωνία που τη συνηθίζει. Ο Βασίλης Κοντογουλίδης αναγνώρισε τη δυσκολία του ρεπόρτερ, ιδιαίτερα εκείνου που δέχεται εντολές «άνωθεν», από κέντρα αποφάσεων μακριά από τον τόπο του γεγονότος. Όμως η κατανόηση δεν ισοδυναμεί με δικαιολόγηση. Ο κώδικας δεοντολογίας υπάρχει για να μπαίνει φρένο, όχι για να κρεμιέται στον τοίχο.

Η συζήτηση στράφηκε αναπόφευκτα στο θεσμικό κενό της ελληνικής δημοσιογραφίας. Ένα επάγγελμα μη θεσμικά κατοχυρωμένο, όπου ο καθένας μπορεί να αυτοαποκαλείται «δημοσιογράφος», να εμφανίζεται σε πάνελ, να διακινεί πληροφορίες, αληθείς ή ψευδείς, χωρίς ουσιαστικό έλεγχο. Οι Ενώσεις Συντακτών έχουν ρόλο, αλλά περιορισμένο. Η διαγραφή από μια Ένωση δεν σημαίνει αυτόματα και αποκλεισμό από το επάγγελμα. Το αποτέλεσμα; Ένα χάος, όπου συνυπάρχουν άνθρωποι του μεροκάματου με προπαγανδιστές, ερευνητές με «παπαγαλάκια», λειτουργοί με εργολάβους ενημέρωσης.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη διπλή όψη των νόμων. Από τη μία, υπάρχουν σαφείς ποινικές διατάξεις για παραβίαση ιδιωτικότητας, υποκλοπές, παράνομη καταγραφή και δημοσιοποίηση. Από την άλλη, οι ίδιοι νόμοι μπορούν και συχνά χρησιμοποιούνται, ως όπλο φίμωσης. Αγωγές, μηνύσεις, εξώδικα, SLAPPs. Όχι για να αποκατασταθεί η αλήθεια, αλλά για να εξοντωθεί οικονομικά και ψυχολογικά όποιος τολμά να αποκαλύψει. Ο Σερέτης μίλησε από προσωπική εμπειρία: αποκαλύψεις για σοβαρά σκάνδαλα που αγνοήθηκαν, ενώ ένα «εύπεπτο» θέμα προκάλεσε καταιγισμό τηλεφωνημάτων. Η επιλογή της ατζέντας δεν είναι ουδέτερη. Είναι πολιτική.

Κομβικό σημείο της κουβέντας αποτέλεσε η τεχνητή νοημοσύνη. Βίντεο και ηχητικά που μπορούν να κατασκευαστούν, φωνές που μιμούνται πρόσωπα, εικόνες που δεν υπήρξαν ποτέ. Ένα ναρκοπέδιο για τη δημοκρατία και το τεκμήριο της αθωότητας. Η κακή χρήση της τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να καταστρέψει ζωές πριν καν υπάρξει χρόνος αντίδρασης. Κι όμως, το θεσμικό πλαίσιο παραμένει πίσω, ενώ η κοινωνία βομβαρδίζεται με «πειστικό» ψέμα.

Η κριτική επεκτάθηκε και στον τρόπο παρουσίασης των δημοσκοπήσεων. Αριθμοί που πλασάρονται ως αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα, ενώ η κοινωνική εμπειρία τους διαψεύδει. Καθοδηγούμενες ερωτήσεις, «φούσκωμα» προσώπων, σύγχυση ανάμεσα σε κόμματα και ηγέτες. Μια μορφή ήπιας χειραγώγησης, που διαμορφώνει κλίμα και προσδοκίες. Και όλα αυτά, σε μια χώρα όπου η εμπιστοσύνη στους θεσμούς δοκιμάζεται καθημερινά.

Στο τέλος, η συζήτηση γύρισε στην ουσία: τι σημαίνει δημοσιογραφία ως λειτούργημα. Ο δημοσιογράφος, όπως ειπώθηκε, δεν είναι υπάλληλος της κυβέρνησης, ούτε εκπρόσωπος συμφερόντων. Είναι, ή οφείλει να είναι, στην υπηρεσία της κοινωνίας. Να ελέγχει την εξουσία, όποια κι αν είναι. Να αναδεικνύει τα προβλήματα, όχι να τα κουκουλώνει. Να αντέχει την πίεση, όχι να την αναπαράγει.

«Οι πραγματικά ανεξάρτητοι δημοσιογράφοι είναι μετρημένοι στα δάχτυλα», ειπώθηκε χωρίς ωραιοποίηση. Και ίσως αυτό να είναι το πιο ανησυχητικό συμπέρασμα. Όχι γιατί δεν υπάρχουν ικανοί άνθρωποι, αλλά γιατί το σύστημα δεν τους αντέχει. Κι όμως, όσο υπάρχουν φωνές που επιμένουν, που δεν πτοούνται από απειλές και αγωγές, που θυμίζουν ότι η ενημέρωση δεν είναι εμπόρευμα αλλά δικαίωμα, υπάρχει ακόμη ελπίδα. Γιατί χωρίς ανεξάρτητη δημοσιογραφία, δεν υπάρχει ούτε δημοκρατία, ούτε ελευθερία.