Η συζήτηση ξεκίνησε από το κορυφαίο γεγονός της Χριστιανοσύνης: τη Γέννηση του Χριστού. Όχι ως μια απλή εορταστική ανάμνηση, αλλά ως το κοσμοϊστορικό γεγονός της σάρκωσης του Λόγου του Θεού. Ο Σεβασμιώτατος τόνισε ότι ο Θεός δεν επενέβη στον κόσμο ως κοσμικός άρχοντας ή ισχυρός εξουσιαστής, αλλά ως ταπεινός άνθρωπος, για να μπορέσει ο ίδιος ο άνθρωπος, φτωχός πια σε κρίση, αυτεξούσιο και πνευματικό προσανατολισμό, να κατανοήσει ξανά τη ρίζα του και την αλήθεια της ύπαρξής του.
Η Γέννηση στο ταπεινό σπήλαιο της Βηθλεέμ δεν είναι απλώς συγκινητική εικόνα. Είναι ριζική ανατροπή. Είναι η απάντηση του Θεού σε έναν κόσμο που περίμενε σωτήρα με άρματα, δύναμη και εξουσία. Όπως ειπώθηκε χαρακτηριστικά, ο Χριστός ήρθε για να δείξει ότι ο αληθινός ηγέτης είναι ο υπηρέτης, εκείνος που θυσιάζεται για τον άλλον. Κι αυτή η θυσία κορυφώθηκε στον Σταυρό, όπου αγκαλιάστηκε ολόκληρη η ανθρωπότητα.
Σε αντίστιξη με αυτό το μήνυμα, ο Σεβασμιώτατος άσκησε δριμεία κριτική στον σύγχρονο τρόπο «εορτασμού» των Χριστουγέννων. Τραπεζώματα, υπερβολές, καταναλωτισμός, ταξίδια και βιτρίνες χωρίς Χριστό. Χριστούγεννα χωρίς αγάπη, χωρίς ελεημοσύνη, χωρίς κένωση του εγώ. Τόνισε ότι όποιος θέλει πραγματικά να γιορτάσει, οφείλει να «αδειάσει» τον εαυτό του, να γίνει θυσία για τον διπλανό του, να μετατρέψει το περίσσευμά του σε ανακούφιση για τον αδελφό του που στερείται.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στη σημερινή κοινωνική πραγματικότητα: άνθρωποι που πεινούν, οικογένειες που παλεύουν με 300 ευρώ, πολίτες που ζουν μέσα στο άγχος, την ανασφάλεια και την ψυχολογική κατάρρευση. Η Εκκλησία, όπως υπογράμμισε, δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι απούσα. Όχι με λόγια, αλλά με πράξεις. Κοινωνικά παντοπωλεία, στήριξη σε τρόφιμα, φάρμακα, είδη πρώτης ανάγκης. «Να μη φεύγει κανείς χωρίς έστω τη μικρότερη ελεημοσύνη», όπως είπε χαρακτηριστικά.
Η συζήτηση πήρε και ξεκάθαρα πολιτική, με την ευρεία έννοια, διάσταση. Ο Σεβασμιώτατος μίλησε για ηγέτες που όταν δεν κενώνονται για τον λαό, μετατρέπονται σε τυράννους. Για νόμους που παύουν να υπηρετούν τον άνθρωπο και γίνονται εργαλεία τιμωρίας. Για μια παγκόσμια πραγματικότητα χειραγώγησης, όπου η δημοκρατία αδειάζει από περιεχόμενο και οι πολλοί πληρώνουν τις αποφάσεις των λίγων.
Δεν έλειψε η αναφορά στους διωγμούς των Χριστιανών παγκοσμίως, στην Αγία Σοφία, στη Συρία, αλλά και στη γενικότερη προσπάθεια εξοβελισμού του Χριστού από τη δημόσια ζωή. Όχι τυχαία, όπως ειπώθηκε. Ο Χριστός ενοχλεί γιατί δίνει ελπίδα, ελευθερία και αλήθεια. Και αυτά είναι επικίνδυνα για ένα σύστημα που θέλει ανθρώπους άβουλους, αριθμούς, καταναλωτές και «ρομπότ», ακόμη και μέσα από την ανεξέλεγκτη χρήση της τεχνολογίας και της τεχνητής νοημοσύνης.
Ιδιαίτερη βαρύτητα είχε το μήνυμα προς τους νέους. Σε έναν κόσμο που στάζει φιλοδοξία, φιλαργυρία και φιληδονία, ο δρόμος της απελευθέρωσης περνά από τον προσωπικό αγώνα με τον ίδιο μας τον εαυτό. Η μεγαλύτερη μάχη δεν είναι εξωτερική, αλλά εσωτερική. Και εδώ η Ορθοδοξία δεν υπόσχεται εύκολες λύσεις, αλλά αλήθεια. Όπως ειπώθηκε μέσα από τα λόγια του Χριστού: «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς».
Συγκλονιστική ήταν η αναφορά σε πρόσφατη Θεία Λειτουργία σε επαγγελματικό λύκειο, όπου δεκάδες νέα παιδιά, ακόμη και από τα πιο «δύσκολα», προσήλθαν στη Θεία Κοινωνία. Ένα ζωντανό μήνυμα ότι τίποτα δεν έχει χαθεί. Ότι το φως δεν έσβησε. Ότι, παρά την κρίση, υπάρχει πνευματική μεταστροφή που έρχεται αθόρυβα αλλά ουσιαστικά.
Κλείνοντας, ο Σεβασμιώτατος έστειλε ένα καθαρό και παρηγορητικό μήνυμα: να μη φοβηθούμε, να μη λυγίσουμε, να μη χάσουμε την πίστη, την ελπίδα, την αγάπη και τη δικαιοσύνη. Το φως πάντα νικά το σκοτάδι. Και Χριστούγεννα χωρίς Χριστό, χωρίς εξομολόγηση και Θεία Κοινωνία, δεν είναι Χριστούγεννα, αλλά αυταπάτη.
Ένα μήνυμα που δεν χαϊδεύει αυτιά, αλλά αφυπνίζει συνειδήσεις. Και αυτό ακριβώς είναι το ζητούμενο σήμερα.



