Η καθημερινότητα γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη για χιλιάδες ελληνικά νοικοκυριά, καθώς η ακρίβεια, το στεγαστικό κόστος και οι αυξανόμενες ανάγκες για υγεία και φροντίδα εξαντλούν τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Πίσω από τους οικονομικούς δείκτες κρύβεται μια πραγματικότητα στην οποία όλο και περισσότεροι πολίτες δυσκολεύονται να διατηρήσουν ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης.
Αυτό αναδεικνύει η νέα μελέτη του ΙΟΒΕ με τίτλο «Οι πολλαπλές πτυχές της ανισότητας στην Ελλάδα», η οποία εξετάζει την περίοδο 2015-2025 και καταγράφει τις ανισότητες σε κρίσιμους τομείς όπως το εισόδημα, η εργασία, η εκπαίδευση, η υγεία, η μακροχρόνια φροντίδα και η στέγαση. Η έρευνα βασίζεται σε στοιχεία ευρωπαϊκών και εθνικών βάσεων δεδομένων, αποτυπώνοντας το βάθος των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων στη χώρα.
Τα βασικά ευρήματα της μελέτης ανά τομέα
Εισοδηματική ανισότητα
Η εικόνα της εισοδηματικής ανισότητας στην Ελλάδα παρουσιάζει μια αντίφαση. Από τη μία πλευρά, οι βασικοί δείκτες καταγράφουν βελτίωση σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης, καθώς η οικονομική ανάκαμψη συνοδεύτηκε από μείωση της εισοδηματικής ανισότητας και αύξηση της απασχόλησης. Από την άλλη πλευρά, η καθημερινή εμπειρία πολλών νοικοκυριών παραμένει πιο αρνητική.
Η πλειονότητα των πολιτών εξακολουθεί να δηλώνει ότι δυσκολεύεται να καλύψει τις βασικές της ανάγκες, ενώ η αίσθηση άνισης μεταχείρισης και περιορισμένων ευκαιριών παραμένει έντονη.
Τα ευρήματα δείχνουν ότι η μείωση της ανισότητας στους στατιστικούς δείκτες δεν μεταφράζεται αυτόματα σε αντίστοιχη βελτίωση της οικονομικής ασφάλειας για όλους.
Βασικά ευρήματα
• Ο δείκτης Gini, καθιερωμένος δείκτης μέτρησης ανισοτήτων, μειώθηκε από 34,2% το 2015 σε 31,6% το 2025.
• Περίπου 68% των νοικοκυριών δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα, έναντι 19% στην ΕΕ.
• Το εισόδημα από αυτοαπασχόληση εμφανίζει τη μεγαλύτερη ανισότητα μεταξύ όλων των πηγών εισοδήματος.
• Οι νέοι 16-24 ετών παραμένουν η ηλικιακή ομάδα με τον υψηλότερο κίνδυνο φτώχειας.
• Τα μονογονεϊκά νοικοκυριά και οι οικογένειες με πολλά παιδιά συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο οικονομικής ευαλωτότητας.
Αγορά εργασίας
Η αγορά εργασίας αποτέλεσε βασικό παράγοντα βελτίωσης των οικονομικών συνθηκών την τελευταία δεκαετία, καθώς η ανεργία υποχώρησε σημαντικά και η απασχόληση αυξήθηκε. Ωστόσο, ορισμένα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά εξακολουθούν να τροφοδοτούν ανισότητες και να περιορίζουν την κοινωνική κινητικότητα. Η υψηλή αυτοαπασχόληση, η χαμηλή συμμετοχή συγκεκριμένων ομάδων στην εργασία(ιδιαίτερα γυναικών και ΑΜΕΑ), η επίμονη μακροχρόνια ανεργία και η περιορισμένη κάλυψη από συλλογικές συμβάσεις συντηρούν αποκλίσεις σε εισοδήματα και ευκαιρίες.
Βασικά ευρήματα
• Η ανεργία μειώθηκε από 24,9% το 2015 σε 8,8% το 2025.
• Οι αυτοαπασχολούμενοι αντιστοιχούν ακόμη στο 24,3% του συνόλου των εργαζομένων, το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ.
• Το κενό συμμόρφωσης ΦΠΑ μειώθηκε από 24% το 2019 σε 11% το 2023, αλλά η παραοικονομία παραμένει υψηλή.
• Η Ελλάδα καταγράφει το τρίτο χαμηλότερο ποσοστό συμμετοχής στην αγορά εργασίας στην ΕΕ.
• Πάνω από το 50% των ανέργων παραμένει σε κατάσταση μακροχρόνιας ανεργίας.
Εκπαίδευση
Η εκπαίδευση παραμένει ο σημαντικότερος μηχανισμός κοινωνικής κινητικότητας. Παρά τη σημαντική αύξηση των αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, οι πιθανότητες εκπαιδευτικής ανέλιξης εξακολουθούν να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο της οικογένειας. Η έντονη εξάρτηση από την παραπαιδεία και οι δυσκολίες ολοκλήρωσης των σπουδών περιορίζουν τον εξισωτικό ρόλο του εκπαιδευτικού συστήματος.
Βασικά ευρήματα
• Το ποσοστό των ενηλίκων με ανώτατη εκπαίδευση αυξήθηκε από 26,5% σε 32,6%.
• Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με τη χαμηλότερη διαγενεακή εκπαιδευτική κινητικότητα στην Ευρώπη.
• Μόλις περίπου 12% των παιδιών από χαμηλά εκπαιδευτικά στρώματα φτάνουν στα υψηλότερα επίπεδα εκπαίδευσης.
• Περισσότεροι από τους μισούς φοιτητές υπερβαίνουν την προβλεπόμενη διάρκεια σπουδών.
• Η παραπαιδεία παραμένει βασικό εργαλείο προετοιμασίας για την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Υγεία
Παρά τις βελτιώσεις που καταγράφονται μετά την κρίση, η πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας εξακολουθεί να επηρεάζεται σημαντικά από το εισόδημα. Η υψηλή εξάρτηση από ιδιωτικές πληρωμές μεταφέρει σημαντικό μέρος του κόστους στα νοικοκυριά, με αποτέλεσμα τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα να αντιμετωπίζουν μεγαλύτερα εμπόδια στην πρόληψη, τη διάγνωση και τη θεραπεία.
Βασικά ευρήματα
• Η Ελλάδα καταγράφει από τα υψηλότερα ποσοστά ιδιωτικών δαπανών υγείας στην ΕΕ.
• Το 32% των ατόμων στο χαμηλότερο εισοδηματικό τεταρτημόριο δηλώνει ανεκπλήρωτες ανάγκες υγείας, έναντι 10% στο υψηλότερο.
• Τα χρόνια νοσήματα αφορούν το 30% των ατόμων στο χαμηλότερο εισοδηματικό τεταρτημόριο, έναντι 18% στο υψηλότερο.
• Οι οικονομικές ανισότητες μεταφράζονται σε σημαντικές διαφορές στην κατάσταση υγείας και στο προσδόκιμο υγιούς ζωής.
Μακροχρόνια φροντίδα
Η μακροχρόνια φροντίδα ορίζεται ως το σύνολο υπηρεσιών και υποστήριξης που απευθύνονται σε άτομα τα οποία, λόγω σωματικής ή/και ψυχικής ευαλωτότηταςή αναπηρίας, εξαρτώνται για παρατεταμένο χρονικό διάστημα από βοήθεια για δραστηριότητες της καθημερινής ζωής ή/και χρειάζονται συνεχή φροντίδα.
Η μακροχρόνια φροντίδα αποτελεί έναν από τους πιο αδύναμους πυλώνες κοινωνικής προστασίας στην Ελλάδα. Καθώς ο πληθυσμός γηράσκει με ταχείς ρυθμούς, η χώρα εξακολουθεί να βασίζεται κυρίως στην οικογένεια για την παροχή φροντίδας, γεγονός που δημιουργεί σημαντικές οικονομικές και κοινωνικές επιβαρύνσεις, ιδιαίτερα για τις γυναίκες.
Βασικά ευρήματα
• Οι δημόσιες δαπάνες για μακροχρόνια φροντίδα αντιστοιχούν μόλις στο 0,16% του ΑΕΠ, έναντι 1,71% στην ΕΕ.
• Η Ελλάδα βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης ως προς τη χρηματοδότηση υπηρεσιών φροντίδας.
• Τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα εμφανίζουν μεγαλύτερες δυσκολίες κάλυψης αναγκών φροντίδας.
• Η άτυπη οικογενειακή φροντίδα εξακολουθεί να αποτελεί τον κυρίαρχο μηχανισμό υποστήριξης
Στέγαση
Η στέγαση αναδεικνύεται ως δυνητική πηγή ανισοτήτων στην Ελλάδα. Η έντονη άνοδος των ενοικίων και του στεγαστικού κόστους μετά το 2018 έχει αυξήσει σημαντικά την πίεση στα νοικοκυριά, ιδιαίτερα στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα και στους νέους. Παράλληλα, η αύξηση των αξιών ακινήτων διευρύνει το χάσμα μεταξύ ιδιοκτητών και ενοικιαστών.
Βασικά ευρήματα
• Το κόστος στέγασης για τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα παραμένει από τα υψηλότερα στην Ευρώπη.
• Η άνοδος των ενοικίων μετά το 2018 επιβάρυνε δυσανάλογα τους ενοικιαστές χαμηλού εισοδήματος.
• Η ιδιοκατοίκηση υποχωρεί στα νεότερα και οικονομικά ασθενέστερα νοικοκυριά.
• Η αδυναμία κάλυψης ενεργειακών και στεγαστικών υποχρεώσεων έχει επιδεινωθεί μετά το 2021.
• Η στεγαστική επισφάλεια συνδέεται με χαμηλότερες εκπαιδευτικές και επαγγελματικές προοπτικές.


