Πράσινη μετάβαση ή πράσινη αρπαγή;

Πώς η ευρωπαϊκή αγροτική πολιτική απέτυχε και παρέδωσε τη γη στους ισχυρούς

focusfm.gr
5 Ιανουαρίου 2026, 09:23

Η υπόθεση του μεγαλύτερου χοιροστασίου της Ολλανδίας δεν είναι ένα μεμονωμένο περιβαλλοντικό μέτρο, ούτε μια επιτυχία της πράσινης πολιτικής. Είναι το σύμπτωμα μιας βαθιάς αποτυχίας. Μιας αποτυχίας που αποκαλύπτει πώς, στο όνομα της βιωσιμότητας, η Ευρώπη ανακυκλώνει δημόσιο χρήμα προς όφελος των ισχυρών, απογυμνώνοντας τους μικρούς αγρότες και συγκεντρώνοντας γη, κεφάλαιο και επιδοτήσεις στα ίδια χέρια.

Η «πράσινη ανάπτυξη», όπως εφαρμόστηκε στην ευρωπαϊκή γεωργία, δεν απέτυχε επειδή ήταν υπερβολικά φιλόδοξη. Απέτυχε επειδή δεν αμφισβήτησε ποτέ το βασικό μοντέλο: τη βιομηχανική κλίμακα, τη συγκέντρωση παραγωγής και την εξάρτηση από κρατικές ενισχύσεις. Το αποτέλεσμα δεν είναι μια οικολογική μετάβαση, αλλά μια πράσινη αναδιανομή πλούτου προς τα πάνω.

Για δεκαετίες, η Ολλανδία και η Ευρωπαϊκή Ένωση επένδυσαν συνειδητά στην εντατικοποίηση της κτηνοτροφίας. Μεγαλύτερες μονάδες, περισσότερα ζώα, περισσότερη παραγωγή, με το επιχείρημα ότι η τεχνολογία θα εξουδετερώσει τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Οι επιδοτήσεις ρέουν για να χτιστούν μεγα-σταβλικές εγκαταστάσεις, να εγκατασταθούν φίλτρα, καθαριστές αέρα, αυτοματισμοί.

Όταν όμως το περιβαλλοντικό κόστος γίνεται πολιτικά μη διαχειρίσιμο και τα δικαστήρια μπλοκάρουν το σύστημα αδειών αζώτου, η στρατηγική αλλάζει. Το κράτος δεν απαιτεί αποκατάσταση με ίδιους πόρους, ούτε επιβάλλει πραγματικό κόστος στους ρυπαίνοντες. Αντίθετα, πληρώνει ξανά. Αυτή τη φορά για να κλείσουν.

Η περίπτωση του μεγαλύτερου χοιροτρόφου της χώρας είναι αποκαλυπτική: εκατομμύρια ευρώ πρώτα για να χτίσει, δεκάδες εκατομμύρια αργότερα για να κατεδαφίσει. Όλα από το ίδιο ταμείο: τον φορολογούμενο.

Η οικονομική αναλογία είναι σχεδόν σατιρική. Για μια σχετικά περιορισμένη μείωση της εναπόθεσης αζώτου σε γειτονικές φυσικές περιοχές, το κράτος καταβάλλει ποσά που αντιστοιχούν σε εκατοντάδες ευρώ ανά γραμμάριο ρύπανσης που αποφεύγεται. Πρόκειται για «πράσινη πολιτική» με κόστος πολυτελούς μετάλλου και αποτέλεσμα σταγόνας στον ωκεανό.

Αν αυτό θεωρείται επιτυχία, τότε το πρόβλημα δεν είναι τεχνικό. Είναι πολιτικό.

Το αφήγημα λέει ότι τα προγράμματα εξαγοράς και οι πράσινοι στόχοι σχεδιάστηκαν για να ανακουφίσουν τους αγρότες. Στην πράξη, συμβαίνει το αντίθετο. Οι μικροί και μεσαίοι παραγωγοί δεν έχουν ούτε τη διαπραγματευτική ισχύ ούτε τα κεφαλαιακά αποθέματα για να επωφεληθούν.

Οι επιδοτήσεις, είτε για επενδύσεις είτε για αποζημιώσεις, είναι δομημένες με βάση την κλίμακα. Όσο μεγαλύτερη η μονάδα, τόσο μεγαλύτερη η αποζημίωση. Όσο περισσότερη γη, τόσο περισσότερη ενίσχυση. Το αποτέλεσμα είναι μια αργή αλλά σταθερή μεταφορά περιουσίας: οι μικροί πιέζονται να εγκαταλείψουν, οι μεγάλοι πληρώνονται για να αποχωρήσουν με ασφάλεια ή να επανατοποθετηθούν αλλού.

Η γη δεν εξαφανίζεται. Αλλάζει χέρια.

Η Κοινή Αγροτική Πολιτική έχει εδώ και χρόνια πάψει να είναι πολιτική τροφίμων. Είναι πολιτική εισοδήματος και σταθερότητας για μεγάλες εκμεταλλεύσεις. Οι αγρότες μετατρέπονται σε διαχειριστές επιδοτήσεων, όχι σε παραγωγούς που αμείβονται για το προϊόν τους.

Αυτό δεν είναι ατύχημα. Είναι δομικό χαρακτηριστικό ενός συστήματος που συνδέει τις ενισχύσεις με την έκταση γης και όχι με κοινωνικά ή περιβαλλοντικά αποτελέσματα. Όποιος κατέχει περισσότερα στρέμματα, εισπράττει περισσότερα, ανεξαρτήτως του αν συμβάλλει στη βιωσιμότητα ή απλώς διατηρεί το status quo.

Η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία παρουσιάστηκε ως μια ολιστική στρατηγική: περιβάλλον, κοινωνία, οικονομία μαζί. Στην πράξη, στη γεωργία εφαρμόστηκε αποσπασματικά και φοβικά. Μόλις εμφανίστηκε πολιτικό κόστος δηλαδή διαμαρτυρίες, εκλογικές απώλειες, πίεση λόμπι, οι φιλοδοξίες μειώθηκαν αυτόματα.

Οι περιβαλλοντικοί στόχοι αναθεωρήθηκαν, οι απαιτήσεις χαλάρωσαν και η συζήτηση μετατοπίστηκε από τη δομική αλλαγή στην «ευελιξία». Το αποτέλεσμα είναι μια πράσινη ρητορική χωρίς πράσινη αναδιανομή. Χωρίς δηλαδή κοινωνική δικαιοσύνη.

Οι φορολογούμενοι πληρώνουν τρεις φορές:
πρώτα για να χρηματοδοτήσουν την εντατικοποίηση,
μετά για να αντέξουν τις περιβαλλοντικές και υγειονομικές συνέπειες,
και τέλος για να αποζημιώσουν την αποχώρηση των ίδιων επιχειρήσεων που ωφελήθηκαν.

Και στο τέλος, η γη και οι πόροι συγκεντρώνονται ακόμη περισσότερο. Όχι απαραίτητα στον ίδιο παραγωγό, αλλά στο ίδιο κοινωνικό στρώμα: μεγάλες αγροτικές επιχειρήσεις, επενδυτικά σχήματα, γαιοκτήμονες.

Η αποχώρηση του μεγαλύτερου χοιροτρόφου παρουσιάζεται ως «τέλος εποχής». Είναι πράγματι. Αλλά όχι με την αισιόδοξη έννοια. Δεν σηματοδοτεί τη μετάβαση σε μια πιο δίκαιη, οικολογική γεωργία. Σηματοδοτεί την κατάρρευση ενός αφηγήματος που υποσχέθηκε ότι η αγορά, η τεχνολογία και οι επιδοτήσεις μπορούν να λύσουν προβλήματα που είναι κατ’ ουσίαν πολιτικά.

Αν η πράσινη μετάβαση δεν αμφισβητήσει τη συγκέντρωση γης, αν δεν προστατεύσει ενεργά τους μικρούς παραγωγούς, αν δεν μεταφέρει πόρους προς όσους παράγουν λιγότερο αλλά καλύτερα, τότε δεν είναι μετάβαση. Είναι ανακύκλωση εξουσίας.

Και τότε, η «πράσινη ανάπτυξη» δεν θα μείνει στην ιστορία ως λύση, αλλά ως η πιο ακριβή αυταπάτη της ευρωπαϊκής γεωργίας.

ΠΗΓΗ: https://voicenews.gr/prasini-metavasi-i-prasini-arpagi/