Γενική εικόνα
Η συνέντευξη είναι ένας μακρύς πολιτικός και ιστορικός διάλογος ανάμεσα στον Γρηγόρη Σερέτη και τον Κωνσταντίνο Πλεύρη. Ο Σερέτης ανοίγει τη συζήτηση ευχαριστώντας τον Πλεύρη για τη φιλοξενία και τον ρωτά για την ίδρυση της «Τετάρτης Αυγούστου» το 1965. Από εκεί και μετά, η κουβέντα μετατρέπεται σε μια ευρύτερη συζήτηση για τη δημοκρατία, τη λειτουργία του κράτους, την ελληνική ιστορία, την παιδεία, τη δικαιοσύνη, την πολιτική διαφθορά, τη μετανάστευση, τη δημογραφική κατάσταση και το μέλλον της Ελλάδας.
Ο Σερέτης λειτουργεί κυρίως ως συνομιλητής που θέτει ερωτήματα, αλλά δεν περιορίζεται σε ουδέτερες ερωτήσεις. Συχνά εισάγει και τη δική του ανάλυση, ιδίως όταν μιλά για ολιγαρχία, οικονομικά συμφέροντα, παρακολουθήσεις, χειραγώγηση των θεσμών, ατιμωρησία πολιτικών και αδυναμία των νέων να επιβιώσουν στην Ελλάδα. Ο Πλεύρης, από την πλευρά του, αναλαμβάνει τον βασικό ρόλο της ιδεολογικής τοποθέτησης και απαντά με εκτενείς ιστορικές αναφορές και πολιτικές κρίσεις.
Η κεντρική θέση του Πλεύρη για τη δημοκρατία
Η πρώτη μεγάλη θεματική είναι η κριτική του Πλεύρη προς τη δημοκρατία. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι η δημοκρατία στηρίζεται λανθασμένα στην αριθμητική πλειοψηφία και στην ισότητα της ψήφου. Κατά τη δική του συλλογιστική, η ποσότητα δεν αποδεικνύει ποιότητα και δεν σημαίνει ότι οι περισσότεροι έχουν αναγκαστικά δίκιο. Χρησιμοποιεί παραδείγματα από την καθημερινή ζωή, την εργασία, την εκπαίδευση, τη ναυσιπλοΐα και τον στρατό, για να υποστηρίξει ότι σε κάθε σοβαρό ζήτημα πρέπει να αποφασίζουν όσοι γνωρίζουν το αντικείμενο και όχι όλοι ανεξαιρέτως.
Στη θέση της δημοκρατικής ισότητας προβάλλει την ανάγκη για ιεραρχία, ευθύνη, αρμοδιότητα, πειθαρχία και οργάνωση. Θεωρεί ότι το πρόβλημα του σημερινού πολιτικού συστήματος είναι πως πρόσωπα χωρίς σχετική γνώση ή ικανότητα αναλαμβάνουν κρίσιμες θέσεις εξουσίας. Συνδέει αυτό το φαινόμενο με την αναξιοκρατία, τη διαφθορά και την αδυναμία του κράτους να λειτουργήσει αποτελεσματικά.
Ο ρόλος του Σερέτη στη συζήτηση
Ο Γρηγόρης Σερέτης κινεί τη συζήτηση προς τα σύγχρονα πολιτικά ζητήματα. Ρωτά για τη βουλευτική ασυλία, το άρθρο 86, την ευθύνη των πολιτικών, το δημόσιο χρέος, τις ιδιωτικοποιήσεις και την αίσθηση ότι μια μικρή ομάδα εξουσίας εκμεταλλεύεται τον Έλληνα φορολογούμενο. Επανέρχεται αρκετές φορές στο θέμα της χειραγώγησης: τοποθετημένα πρόσωπα στη δικαιοσύνη, στις ανεξάρτητες αρχές, στα μέσα ενημέρωσης, στην αστυνομία και στον στρατό.
Στη δική του πλευρά της συζήτησης, ο Σερέτης περιγράφει ένα κράτος όπου οι πολίτες νιώθουν αδύναμοι να αντιδράσουν. Μιλά για νέους που φεύγουν στο εξωτερικό, για έλλειψη προοπτικής και για απουσία κράτους δικαίου. Θέτει επίσης το ερώτημα αν μια πνευματική επανάσταση και μια ενότητα πέρα από τα κόμματα θα μπορούσε να αφυπνίσει τους πολίτες ως Έλληνες φορολογούμενους που αντιλαμβάνονται ότι τους εκμεταλλεύονται.
Ιστορία, μνήμη και εθνική ταυτότητα
Ένα μεγάλο μέρος της συνέντευξης αφορά την ιστορία. Ο Πλεύρης συνδέει τις πολιτικές του απόψεις με πρόσωπα και γεγονότα όπως ο Ιωάννης Μεταξάς, ο Γεώργιος Παπαδόπουλος, το Πολυτεχνείο, η Κύπρος, ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, οι Θερμοπύλες, ο Μαραθώνας, η Σαλαμίνα, ο Μέγας Αλέξανδρος και ο Σωκράτης. Επανέρχεται συνεχώς στην ιδέα ότι η ιστορία γράφεται από πρόσωπα και ηγεσίες και όχι από απρόσωπες μάζες.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο Πλεύρης θεωρεί ότι η Ελλάδα έχει απομακρυνθεί από την ιστορική της μνήμη. Κατηγορεί το κράτος, την παιδεία και τα μέσα ενημέρωσης ότι δεν προβάλλουν επαρκώς την ελληνική ιστορία και τον ελληνικό πολιτισμό. Για εκείνον, η υποβάθμιση της ιστορικής γνώσης οδηγεί σε απώλεια αυτοσυνειδησίας και σε αδυναμία υπεράσπισης του έθνους.
Πατριωτισμός, εθνικισμός, υπηκοότητα και ιθαγένεια
Η συνέντευξη αφιερώνει μεγάλο χώρο στη διάκριση ανάμεσα σε πατριωτισμό και εθνικισμό. Ο Πλεύρης παρουσιάζει τον πατριωτισμό ως δεσμό με τη γη των πατέρων, δηλαδή ως αγάπη προς την πατρίδα. Τον εθνικισμό τον περιγράφει ως πνευματική έννοια που αφορά το έθνος, την ιστορική συνέχεια, τον πολιτισμό και τον αγώνα για αυτά. Με αυτόν τον τρόπο επιχειρεί να ξεχωρίσει την εδαφική αγάπη προς την πατρίδα από την ευρύτερη έννοια του έθνους.
Ανάλογη διάκριση κάνει και ανάμεσα στην υπηκοότητα και την ιθαγένεια. Υποστηρίζει ότι η υπηκοότητα είναι διοικητική πράξη που δίνεται από το κράτος, ενώ η ιθαγένεια συνδέεται με τη φυσική καταγωγή. Στο ίδιο σημείο η συζήτηση περνά στην παγκοσμιοποίηση, την οποία οι δύο συνομιλητές παρουσιάζουν ως δύναμη που αποδυναμώνει τις έννοιες της πατρίδας, του έθνους και της ιστορικής συνέχειας.
Η σημερινή Ελλάδα και το αίσθημα παρακμής
Στο μεγαλύτερο μέρος της συζήτησης, η εικόνα για τη σημερινή Ελλάδα είναι σκοτεινή. Ο Πλεύρης μιλά για βιολογικό κίνδυνο λόγω υπογεννητικότητας και φυγής νέων στο εξωτερικό. Αναφέρεται επίσης σε πολιτιστική αποδυνάμωση, εγκατάλειψη της παιδείας, απώλεια δημόσιου πλούτου, οικονομική εξάρτηση και αποδυνάμωση της εθνικής ταυτότητας. Ο Σερέτης συμφωνεί ότι οι νέοι δεν βρίσκουν κίνητρο να μείνουν στη χώρα και ότι η καθημερινή πραγματικότητα τους οδηγεί σε απογοήτευση.
Ο Πλεύρης θεωρεί ότι η Ελλάδα δεν απειλείται μόνο από εξωτερικούς κινδύνους, αλλά κυρίως από εσωτερική αποσύνθεση. Μιλά για εγκατάλειψη του περιφερειακού ελληνισμού, για το ζήτημα της Μακεδονίας, για τη Βόρειο Ήπειρο, για τους Έλληνες του Πόντου και της Μικράς Ασίας, καθώς και για την ανάγκη το κράτος να υπερασπίζεται τους Έλληνες όπου υπάρχουν.
Δικαιοσύνη, θεσμοί και μέσα ενημέρωσης
Η δικαιοσύνη παρουσιάζεται ως πεδίο μεγάλης αμφισβήτησης. Ο Σερέτης επιμένει ότι οι πολίτες βλέπουν σκάνδαλα, εγκλήματα και πολιτική ατιμωρησία χωρίς να υπάρχει ουσιαστική λογοδοσία. Ο Πλεύρης απαντά ότι υπάρχουν καλοί δικαστές, αλλά θεωρεί πως η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης περιορίζεται όταν οι ανώτατοι δικαστικοί επιλέγονται από την κυβέρνηση. Προτείνει η επιλογή τους να γίνεται από δικαστικά σώματα και όχι από την εκτελεστική εξουσία.
Στη συζήτηση για τα μέσα ενημέρωσης, και οι δύο συνομιλητές τα παρουσιάζουν ως μηχανισμό επιρροής που απομακρύνει τον πολίτη από την ιστορία, την πολιτική σκέψη και την εθνική αυτογνωσία. Ο Σερέτης συνδέει τα ΜΜΕ με την κυβερνητική προστασία και τη διαχείριση σκανδάλων, ενώ ο Πλεύρης τονίζει ότι η τηλεόραση γεμίζει το πρόγραμμα με ψυχαγωγία, μαγειρική και κουτσομπολιό, αλλά όχι με ελληνική ιστορία και πολιτισμό.
Η αλλαγή που προτείνεται μέσα στη συζήτηση
Στο τέλος, η συζήτηση φτάνει στο ερώτημα της ανατροπής της υπάρχουσας κατάστασης. Ο Σερέτης θέτει την ιδέα της πνευματικής αφύπνισης και της ενότητας των Ελλήνων πέρα από κομματικές ταυτότητες. Ο Πλεύρης, όμως, απαντά ότι η πολιτική επιβολή απαιτεί είτε χρήματα είτε δύναμη. Κατά την άποψή του, το σημερινό σύστημα δεν επιτρέπει σε μια ιδέα να επικρατήσει αν δεν διαθέτει μέσα επιβολής.
Ο Πλεύρης δίνει ιδιαίτερη σημασία στον ρόλο του ηγέτη. Επανέρχεται στην ιδέα ότι η ιστορία αλλάζει από πρόσωπα με αποφασιστικότητα και όχι από απλές πλειοψηφίες. Γι’ αυτό συνδέει τη σωτηρία της Ελλάδας, όπως την αντιλαμβάνεται, με μια μορφή ηγεσίας που θα επιβάλει νέα κατεύθυνση στο κράτος, έξω από τα συνηθισμένα κοινοβουλευτικά πλαίσια.
Τελική εικόνα της συνέντευξης
Η συνέντευξη δεν είναι απλώς μια σειρά ερωτήσεων και απαντήσεων. Είναι μια συνολική συζήτηση για το ποιος πρέπει να κυβερνά, με ποια κριτήρια, ποια είναι η θέση της Ελλάδας σήμερα και τι σημαίνει ελληνική ταυτότητα. Ο Σερέτης εμφανίζεται ως συνομιλητής που θέλει να αναδείξει την αίσθηση αδικίας, παρακμής και αδιεξόδου που βιώνουν πολλοί πολίτες, ειδικά νέοι. Ο Πλεύρης απαντά με μια συγκροτημένη αλλά σκληρή κριτική στο δημοκρατικό σύστημα, στη σημερινή πολιτική τάξη και στον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα διαχειρίζεται την ιστορία και το μέλλον της.
Το βασικό νήμα που ενώνει όλη τη συζήτηση είναι η ιδέα ότι η χώρα, όπως την περιγράφουν οι δύο ομιλητές, δεν πάσχει μόνο από οικονομικά ή διοικητικά προβλήματα, αλλά από βαθύτερη απώλεια προσανατολισμού. Η λύση, μέσα στη λογική της συνέντευξης, δεν αναζητείται σε μικρές μεταρρυθμίσεις, αλλά σε ριζική αλλαγή τρόπου σκέψης, επιλογής ηγεσίας και λειτουργίας του κράτους.


