Στο πλαίσιο αυτό, συνελήφθησαν δύο Τούρκοι υπήκοοι, οι οποίοι κατηγορούνται ως διακινητές, ενώ στο σκάφος επέβαιναν συνολικά 36 αλλοδαποί.
Το περιστατικό εξελίχθηκε κατά τις βραδινές ώρες, με το σκάφος να πλέει από τις τουρκικές ακτές προς τη Ρόδο σε υψηλή ταχύτητα. Περίπου στις 23:15 της 5ης Μαρτίου 2026, πλωτό μέσο του Λιμενικού ενημερώθηκε από στρατιωτικά παρατηρητήρια για την ύπαρξη ύποπτου σκάφους που κινούνταν δυτικά, με πορεία προς το νησί και ταχύτητα περίπου 30 κόμβων. Λίγα λεπτά αργότερα, στις 23:20, το σκάφος εντοπίστηκε να μεταφέρει μεγάλο αριθμό ατόμων.
Κατά την προσέγγιση, το πλήρωμα του Λιμενικού χρησιμοποίησε φωτεινά και ηχητικά σήματα, απευθύνοντας εντολή στα αγγλικά στον χειριστή να σταματήσει. Ωστόσο, εκείνος δεν συμμορφώθηκε, προβαίνοντας σε επικίνδυνους ελιγμούς που έθεσαν σε κίνδυνο τόσο τους επιβαίνοντες όσο και το πλήρωμα του λιμενικού σκάφους. Ακολούθησαν προειδοποιητικές βολές σε ασφαλή κατεύθυνση και, εν συνεχεία, βολές ακινητοποίησης σύμφωνα με τους ισχύοντες κανονισμούς, με αποτέλεσμα την πλήρη ακινητοποίηση του ταχύπλοου γύρω στις 23:45.
Στη συνέχεια, στελέχη του Λιμενικού επιβιβάστηκαν στο σκάφος για να ακινητοποιήσουν τους χειριστές και να διενεργήσουν έλεγχο. Οι δύο Τούρκοι, ηλικίας 41 και 30 ετών, δεν διέθεταν νομιμοποιητικά έγγραφα και αναγνωρίστηκαν ως οι υπεύθυνοι για τη μεταφορά από τα τουρκικά παράλια. Οι 36 μεταφερόμενοι, μεταξύ των οποίων 15 ενήλικοι άνδρες, 6 ενήλικες γυναίκες, 7 ανήλικα αγόρια και 8 ανήλικα κορίτσια, περισυνελέγησαν και μεταφέρθηκαν στη μαρίνα Μανδρακίου. Εκεί, παραδόθηκαν σε αρμόδιες αρχές για τις προβλεπόμενες διαδικασίες.
Το ταχύπλοο σκάφος κατασχέθηκε ως μέσο παράνομης μεταφοράς και μεταφέρθηκε σε ασφαλές αγκυροβόλιο. Πρόκειται για φουσκωτό κατασκευής από PVC και GRP, με την ονομασία “LUCKY BOAT”, τουρκική σημαία, μήκος περίπου 11 μέτρων και πλάτος 3 μέτρων, εξοπλισμένο με δύο εξωλέμβιες μηχανές Suzuki ισχύος 350 ίππων.
Στην επιχείρηση συνέβαλαν πληροφορίες από τη διεύθυνση του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, καθώς και στελέχη από το Κεντρικό Λιμεναρχείο Ρόδου, τη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος, την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΕΥΠ) και την Υπηρεσία Ειδικών Μονάδων. Συμμετείχαν επίσης λιμενικοί από την Κω και τη Σύμη, καθώς και πλωτά μέσα που εκτελούσαν προγραμματισμένες περιπολίες στη βόρεια, βορειοανατολική και ανατολική θαλάσσια περιοχή της Ρόδου.



